Του π. Ιωάννου Ψαράκη (Για την Εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ Ντύσσελντορφ)

{mosimage}Ο γράφων, συμπληρώνει αυτό το μήνα 26 χρόνια στο Ντύσσελντορφ και είναι φυσικό να έχει παρακολουθήσει από κοντά τη ζωή του Ελληνισμού της πόλης σ΄ αυτό το χρονικό διάστη - μα. Ήρθε εδώ όταν ήταν ακόμη δόγμα η προσωρινότητα και η επιστροφή των περισσοτέρων στην πατρίδα οριζόταν μέσα στα επόμενα δύο χρόνια από την ώρα της κάθε συζήτησης.
Ήταν τότε που οι πιο πολλοί Έλληνες δούλευαν ακόμη στα Εργοστάσια και αρκετοί έπαιρναν κάποια αποζημίωση για να σχολάσουν ή βιάζονταν να εξαγοράσουν τα συντάξιμά τους για να συντομεύσουν το γυρισμό. Τότε που τα ελληνικά καταστήματα ήταν και πολύ λιγότερα και άλλων ενδιαφερόντων, τα ελληνικά σχολεία δεν υπήρχαν, η Εκκλησία ζητούσε παράταση του συμβολαίου παραμονής της στον παλαιό ναό του Stockum και τοπικές ελληνικές εφημερίδες ούτε σαν πρωταπριλιάτικο αστείο μπορούσαν να φανούν.

Δεν έχω σκοπό να δραματοποιήσω ή να ωραιοποιήσω ούτε το χθες ούτε το σήμερα. Κάθε επο χή έχει τους σκοπούς, τις ιδιαιτερότητες και την πορεία της και όσοι τη ζουν,κινούνται στους νόμους και τις παραμέτρους που τη συγκροτούν και ή την κατευθύνουν ή απλά την επηρεάζουν αρνητικά ή θετικά ή προπορεύονται απ΄ αυτήν και ετοιμάζουν προφητικά το μέλλον. Μόνο πολύ αργότερα, μετά από γενεές και αιώνες, μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα τους λόγους και τους σκοπούς και τις συνέπειες των τότε αποφάσεων και ενεργειών. Έχω όμως κάθε δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να διδάσκομαι από όσα είδα και έζησα και να καταθέτω την εμπειρία και τη γνώμη μου τουλάχιστο για συζήτηση στο πάντοτε ανοιχτό βήμα της αυτο γνωσίας και της πορείας του Ελληνισμού της Ενορίας μου. Αυτή μάλιστα την υποχρέωση, νομίζω, πως πρέπει όλοι να την έχουμε αφού για μας και τα παιδιά μας και την πατρίδα και την πίστη μας πρόκειται. Ποιό είναι λοιπόν το ζητούμενο; Να αξιολογούμε συνεχώς όλοι μαζί την εδώ παραμονή μας κάτω από τα νέα δεδομένα που εμφανίζονται ή δημιουργούνται συνήθως ταχύτατα και πολλές φορές απροσδόκητα, επηρεάζουν πολύπλευρα προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση μικρούς και μεγάλους και διαμορφώνουν την παροικιακή μας συνείδη ση, την αυτοσυνειδησία μας και άρα τον ίδιο το χαρακτήρα και την προσωπικότητά μας, τα στοιχεία δηλαδή εκείνα που θα διαμορφώσουν την περαιτέρω ζωή μας.Ποιος ασχολείται σήμερα με τα ερωτήματα: ποιός μας έφερε στη Γερμανία, γιατί δε φύγαμε όταν λέγαμε ή σε ποια πόλη της Ελλάδας θα επενδύσουμε τις οικονομίες μας; Εκείνα όμως για την ανεργία, για την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων, για τη διπλή υπηκοότητα, για το δικαίωμα ψήφου, για τη θρησκεία της νύφης ή του γαμπρού μας, για την απειλή του αφελληνισμού και της αφομοίωσης κλπ., είναι πλέον καυτά και άκρως επίκαιρα και αγγίζουν άμεσα ή έμμεσα την κάθε ηλικία. Και επειδή ούτε Πυθίες υπάρχουν σήμερα ούτε χρησμοί και μαγικές λύσεις μπορούν να προταθούν ενώ η αδιαφορία και η αναβολή θα συνιστούσαν έγκλημα, είμαστε πλέον όχι απλά υποχρεωμένοι αλλά αναγκασμένοι και υπό πίεση χρόνου και να μιλήσουμε και να αποφασίσουμε αν θέλουμε να προλάβουμε και να καθορίσουμε τις εξελίξεις αντί να ψάχνουμε αύριο για θεραπείες ή και για ενόχους. Όσα δεν είπαμε όλα τα χρόνια πρέπει τώρα να τα πούμε, όσα δεν κάναμε να τα κάνουμε και όπου χρειάζονται διορθώσεις γνώμης ή τακτικής, να μη λείψει το θάρρος. Οι εφημερίδες και το ραδιόφωνο, που σήμερα έχουμε στην πόλη μας, είναι μια πολύ καλή δυνατότητα για ένα τέτοιο δημόσιο διάλογο ενώ το Ενοριακό Κέντρο μπορεί και προσφέρεται να τον στεγάσει και να τον προωθήσει. Στα όρια βέβαια του παρόντος άρθρου μόνο νύξεις μπορούν να γίνουν κι αυτές γενικές και αποσπασματικές, όπως αυτές που ακολουθούν. Η συζήτηση και μόνο μπορεί να τις ολοκληρώσει και να τους δώσει αξία, αν γίνει με οδηγό την αγάπη και την ευθύνη.

α) Αν είναι αλήθεια όσα κατά καιρούς ψηφίζονται και λέγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ταυτότητά της ορίζεται πρωταρχικά από το Χριστιανισμό και στη συνέχεια από τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες των κρατώνμελών και είναι ανάγκη να διατηρηθούν.Τότε όμως η Ορθοδοξία μας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο οποίο ανήκουμε ως Εκκλησία της Γερμανίας, η Ιερά Μητρόπολή μας και βέβαια η Ενορία μας και η Εκκλησία μας του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου και οι σχέσεις μας με τις αδελφές ορθόδοξες Εκκλησίες που συνυπάρχουν στην πόλη μας και στην περιοχή και οι σχέσεις με τις αδελφές γερμανικές Εκκλησίες, Καθολική και Ευαγγελική, αναδεικνύονται σε παράγοντες και μεγέθη όχι μόνο ενοριακής και θρησκευτικής αλλά και εθνικής σημασίας. Μετά μάλιστα και τη μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Βόννη στο Βερολίνο και επειδή το Ντύσσελντορφ είναι πρωτεύουσα του ισχυρού τοπικού κρατιδίου και έδρα της κυβέρνησης της βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας και έδρα του Ελληνικού Προξενείου, των ελληνικών εκπαιδευτικών αρχών, των ελληνικών Τραπεζών, του διεθνούς αεροδρο μίου με τακτική ελληνική και ξένη ημερήσια σύνδεση με την Ελλάδα και κατοικείται ή γειτονεύεται σχεδόν από το ένα τρίτο του ελληνικού πληθυσμού της Γερμανίας, μπορεί και πρέπει -και γιατί όχι;- να αναδειχτεί σε κέντρο Ελληνισμού και Ορθοδοξίας.

β) Αν η Ελλάδα είναι οι Έλληνες και ο πολιτισμός τους, τότε μπορούμε να μιλούμε για τον Ελληνισμό και την Ελλάδα της Ευρώπης ή της Γερμανίας και ασφαλώς του Ντύσσελντορφ. Έχει λοιπόν τεράστιο ενδιαφέρον και ο αριθμός μας και η ηλικία μας και η ιδιαίτερη τοπική μας προέλευση και η εργασία μας και η γλώσσα που μιλούμε και η θρησκεία που πιστεύουμε και η πολιτική μας ένταξη και οι ιδέες μας και το βιοτικό μας επίπεδο και οι στόχοι μας και η εκπαίδευση των παιδιών μας, ακόμη και αυτός ο θάνατός μας. Γιαυτό και οφείλουμε να τα καταγράψουμε και να τα μελετήσουμε ώστε να μπορούμε να ετοιμάζουμε και να υπηρετούμε τους στόχους μας και τη ζωή μας. Και ικανός αριθμός είμαστε και αντιπροσωπευτική κοινωνική διαστρωμάτωση έχουμε και πλούσιες αποσκευές από την ιστορία και τις παραδόσεις μας κουβαλούμε. Όλοι συμφωνούμε πως το χθες και το σήμερα μπορούν να ζυμωθούν και να δώσουν το υγιές και σίγουρο αύριο.

γ) Αν η προσωρινότητα των Ελλήνων στη Γερμανία και στην πόλη μας είναι παρελθόν και ο κίνδυνος του αφελληνισμού και της αφομοίωσης ορατός και αληθινός, τότε τίθεται επιτακτικά το θέμα αξιοποίησης των υπαρχόντων αλλά και δημιουργίας νέων και αξιόπιστων μηχανισμών άμυνας καθολικής κατά το δυνατόν αποδοχής και μικρομακροπρόθεσμης αποδοτικότητας. Η Αγία μας Εκκλησία έχει ένα πλουσιότατο και αναμφισβήτητο, όπως πιστεύω, έργο πίσω της και μαζί της οι πάσης φύσεως Σύλλογοι, Κοινότητες και Οργανώσεις, που πρόσφεραν πολλά και ανεκτίμητα σ΄ αυτή την προσπάθεια αν και συκοφαντήθηκαν πολλές φορές για το αντίθετο. Σήμερα επιβάλλεται να ενισχυθούν και να δραστηριοποιηθούν ενεργότερα στον ίδιο στόχο αλλά και με νέες μεθόδους και όχι μόνο με τα ίδια πρόσωπα. Η οικογένεια, οι κοινωνικές σχέσεις, τα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί, κάποιοι αυτόνομοι κύκλοι γυναικών, νέων, ηλικιωμένων και ό,τι άλλο λειτουργεί στην Παροικία και αναζητά ή εκφράζει την Ελλάδα και τον πολιτισμό, τα έθιμα και τη ζωή της, έχει τη σημασία του. Η ελληνική κουζίνα και διατροφή, η νηστεία, η προσεγμένη ελληνική διακόσμηση του σπιτιού, η ελληνική μουσική, η εντόπια και η διερχόμενη μορφωτική και καλλιτεχνική προσφορά, και πολλά άλλα έχουν επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα και επιβάλλεται να προβληθούν και να αξιοποιηθούν.
Πριν από την ενσωμάτωση στη γερμανική κοινωνία και πραγματικότητα πρέπει να ξέρουμε καλά και ποιοι είμαστε και πώς θα κρατήσουμε την ψυχή και την ταυτότητά μας. Μόνο υγιή και δυναμικά στοιχεία φαίνεται πως θα μπορέσουν να επιβιώσουν στη Δαρβίνεια αναμέτρηση του ευρωπαϊκού πολιτιστικού γίγνεσθαι.

δ) Αφού η πρώτη γενεά των Ελλήνων φεύγει σιγά σιγά και η δεύτερη έχει για πατρίδα τη Γερμανία και αφού η εθνική συνείδηση πιέζεται πλέον όλο και περισσότερο από την προτεραιότητα που δίνεται στην Ευρωππαϊκή, τα θέματα της δεύτερης υπηκοότητας, της ψήφου στον τόπο ζωής και εργασίας, της επαγγελματικής εκπαίδευσης κ.ά., όχι μόνο δευτερεύοντα δεν είναι πλέον αλλά μπορεί να αναδειχτούν σε καίριους παράγοντες εξέλιξης και εξασφάλισης ή αποτυχίας των νέων. Την ίδια ώρα είναι βέβαιο πως η ελληνική μας γλώσσα και η επαφή με την ιστορία μας δε θα συμπιεστεί μόνο από το περιβάλλον αλλά πιθανώς και από εσωτερικές αμφισβητήσεις των νέων, μοιραίους καρπούς της άγνοιας, της ημιμάθειας αλλά και της «ρεαλιστικής» πρόκρισης του ατομικού συμφέροντος στην πορεία εξασφάλισης τίτλων και προσόντων για το μέλλον. Τόσο το ελληνικό κράτος όσο και η Εκκλησία είναι βέβαιο πως θα αντιμετωπίσουν εδώ οδυνηρές εκπλήξεις και θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο να έχουν μελετηθεί από πριν τα σχετικά προβλήματα.

ε) Τα χρήματα της πρώτης γενεάς κατευθύνθηκαν κυρίως προς την πατρίδα και τις γερμανικές Τράπεζες (ένα μέρος και στις ελληνικές της Γερμανίας). Ανεξάρτητα από την ορθότητα των αποφάσεων αυτών, βέβαιο είναι πως σήμερα οι επενδύσεις και τα επαγγελματικά όνειρα γίνονται με κέντρο τη Γερμανία. Στο μεταξύ ούτε λόγος μπορεί να γίνει για ελληνικά έργα υποδομής ή κοινής ωφελείας (εξαίρεση αποτελούν ασφαλώς οι ανεγερθέντες ή αγορασθέντες Ιεροί Ναοί και τα Ενοριακά Κέντρα, όπου επιτελείται σχεδόν απρόσκοπτα το λειτουργικό, κατηχητικό, ψυχαγωγικό, μορφωτικό και εθνικό έργο που χωράνε) στη Γερμανία, ούτε επίσης και για κάποια μορφή οικονομικών συνεργασιών μεταξύ Ελλήνων. Μάλλον θα παραμείνουν για κάποια ακόμη χρόνια τα πράγματα ως έχουν. Κάποια από τα υπάρχοντα ελληνικά καταστήματα θα περάσουν απλά σε νεότερα χέρια και κάποια θα κλείσουν λόγω διαφοράς γονέων και παιδιών στους τρόπους εργασίας και στα ενδιαφέροντα.
Αν και πώς θα αξιοποιήσει το ελληνικό κράτος πολιτικά την κατακερματισμένη αυτή ιδιωτική πρωτοβουλία και οικονομική δύναμη των «πολιτών» του είναι τουλάχιστον αμφίβολο.
Να επομένως ένας ακόμη τομέας που φαίνεται να λειτουργεί κυριολεκτικά στην τύχη.

στ) Αν εξαιρέσουμε την Εκκλησία και το Ενοριακό μας Κέντρο και τα ενοικιαζόμενα κτίρια του Προξενείου, των Σχολείων και των Τραπεζών, τίποτα ελληνικό δεν υπάρχει στην πόλη μας. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, Κοινότητες και Σύλλογοι, όλοι ζητιανεύουν σε γερμανικές και ελληνικές Υπηρεσίες και μόλις που καταφέρνουν να υπάρχουν. Τα επιχειρήματα για οικονομική ενίσχυση ακούγονται ευλογοφανή. Αφού όμως επί δεκαετίες δεν απέδοσαν, μπορούμε να πιστεύουμε πως η δραστηριότητα και το μέλλον των Συλλογικών μας Οργανώσεων θα στηριχθούν και θα χρηματοδοτηθούν από την Ελλάδα ή από τη Γερμανία; Και είναι λογικό και φρόνιμο να ζητιανεύουμε την ίδια μας την ύπαρξη; Μήπως η οικονομική εξασφάλιση και της Εκκλησίας και όλων των Συλλογικών φορέων που καλούνται να επωμιστούν το βάρος της ομογενειακής παρουσίας και προκοπής στην πόλη μας θα πρέπει να αναζητηθεί από εμάς σε εμάς και να εργαστούμε επί τέλους για την οικονομική μας αυτάρκεια και λειτουργία; Αυτό έκαμε παντού και πάντοτε η ελληνική διασπορά και είναι γνωστό πως η συνήλικη με τη δική μας της Αυστραλίας βρίσκεται τουλάχιστον είκοσι χρόνια μπροστά.

ζ) Οι εργάτες των δεκαετιών του 60 και του 70 γέννησαν ευτυχώς (λέω ευτυχώς γιατί σήμερα ούτε παντρευόμαστε ούτε γεννούμε πια πάνω από ένα ή σπανιότερα δύο παιδιά) πολλά ελληνόπουλα, που έγιναν στο μεταξύ επιστήμονες και τεχνίτες αξιώσεων σ΄ όλους τους κλάδους. Αν προστεθούν σ΄ αυτούς και όσοι άλλοι ήρθαν από την Ελλάδα και παρέμειναν εδώ, μιλούμε για ένα ολόκληρο στρατό που σίγουρα σταδιοδρομεί ελπιδοφόρα στον ιδιωτικό ή και στο δημόσιο γερμανικό τομέα. Η ελληνική κοινωνία δεν είχε ποτέ στεγανά χωρισμένες κοινωνικές τάξεις και ούτε η διασπορά τις επέτρεψε. ΄Ηδη όμως ένας αριθμός απ΄ αυτό το στρατό έχει αποκοπεί κυριολεκτικά από την Παροικία και είναι σ΄ όλους άγνωστος τόσο ως πρόσωπα και Έλληνες όσο και ως προσφορά στη Γερμανία. Έχει ασφαλώς και το ελληνικό κράτος τα σχέδιά του και δε μπορεί παρά ελπίζει στο δυναμικό αυτό κεφάλαιο. Μια οργανωμένη όμως ελληνική Παροικία, που δε δικαιούται άλλωστε να λειτουργεί ανεξάρτητα από τη Μητέρα Πατρίδα, δε συγχωρείται να μένει αδιάφορη στις εξελίξεις ή να θρηνεί καταστάσεις και να κακολογεί τα παιδιά της και μάλιστα εκείνα που πρέπει να είναι δικαιωμα τικά οι αυριανοί οδηγοί και οι ελπίδες της.

Δεν είναι ασφαλώς Ελλάδα το Ντύσσελντορφ. Μπορεί όμως να γίνει μια ζωντανή και σφύζου σα Ελληνική Παροικία, Ελληνική Πατρίδα, όπως λέει συχνά ο Μητροπολίτης Αυγουστίνος.
Και να μπορούν αργότερα να λένε όσοι γράφουν και διαβάζουν την ιστορία μας, πως: « Απ΄ εδώ πέρασαν οι ΄Ελληνες », όπως έλεγε παλαιότερα ο πρώην Μητροπολίτης Γερμανίας Ειρηναίος. Όσο η κούφια καύχηση είναι αφροσύνη τόσο και η δειλία μπορεί να είναι τάφος του σήμερα και του αύριο του Ελληνισμού της Γερμανίας.