Του π. Ιωάννου Ψαράκη (Ντύσσελντορφ, 02.10.2002)


{mosimage}Συνήθως δε μας είναι ευχάριστο να μιλούμε για το θάνατο, για τους νεκρούς και για τα νεκροταφεία προδίνοντας έτσι το φόβο που έχουμε μέσα μας και προσπαθούμε μάταια να κρύψουμε. Κάποιοι μάλιστα δυσκολεύονται και να τύχουν σε κηδείες ή σε στιγμές ταφής και εκταφής ακόμη και στενά συγγενικών τους προσώπων. Στα σχετικά κεφάλαια της Ψυχολογίας και της Λαογραφίας μπορούμε να διαβάσουμε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα αλλά και σοβαρά περιστατικά, που απασχόλησαν άλλοτε ψυχιάτρους και άλλοτε κωμμωδιογράφους και σεναριογράφους ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών επεισοδίων.
Βέβαιο είναι, ωστόσο, ότι κάποτε θα πεθάνουμε και κάποιοι θα ενδιαφερθούν για τα νομικά, κοινωνικά και θρησκευτικά δέοντα της ώρας εκείνης, το πιο βασικό από τα οποία είναι το Νεκροταφείο ή Κοιμητήριο, όπως είναι το σωστότε ρο χριστιανικό του όνομα. Είτε εδώ είτε στην Ελλάδα, ένας τάφος σε κάποιο χώρο ταφής επιλέγεται πάντοτε ως τελευταία κατοικία των θανόντων, όπου και « παρηγορούνται » οι επιζώντες συγγενείς και φίλοι ή και δίνουν εξετάσεις για τη γνησιότητα των λόγων και των δακρύων τους. Είναι γνωστό, ότι υπάρχει και για τα θέματα αυτά απέραντη φιλολογία που όμως εκφεύγει από τα όρια και τους σκοπούς του παρόντος άρθρου. Ο λόγος εδώ είναι για το Ορθόδοξο Νεκροταφείο που έχουμε στο Ντύσσελντορφ όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί - Έλληνες, Ρώσσοι, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Ουκρανοί, Γερμανοί, κλπ - και στο οποίο έχουν ήδη ταφεί συμπατριώτες μέ πρώτη τη Μαρία Κωφίδου και πρόσφατες την Ολυμπία Φίτσου και την Παρασκευή Πολυμέρη.
Το Νεκροταφείο μας αυτό είναι καρπός της αδελφικής συνεργασίας των ορθοδόξων Ιερέων της πόλεώς μας και αποτελεί τμήμα του γνωστού κεντρικού γερμανικού Nεκροταφείου STOFFELN με κεντρική είσοδο από την Brinckmann-Stra?e. Θα θάβονται εκεί μόνον ορθόδοξοι χριστιανοί που υπάγονται στις κανονικές ορθόδοξες Ενορίες του Ντύσσελντορφ μετά από έγκριση των αρμοδίων ορθοδόξων Ιερέων και σύμφωνα πάντοτε με όσα έχουμε ήδη αποφασίσει από κοινού ή θα χρειαστεί να συμπληρώσουμε στο μέλλον. Ας σημειώσω μόνο για παράδειγμα εδώ την απόφασή μας να μή θάβονται εκεί αποτεφρωμένοι νεκροί αφού η καύση των νεκρών δεν ευλογείται από την ευρύτερη ορθόδοξη εκκλησιαστική μας οικογένεια. Όσοι πάνε με το αυτοκίνητό τους για να το γνωρίσουν, ας ακολουθήσουν τον παραπάνω δρόμο μέχρι την είσοδο, όπου και υπάρχουν πάντα αρκετές θέσεις για στάθμευση. Εκείνοι όμως που θα χρησιμοποιήσουν τα δημόσια συγκοινωνιακά μέσα, ας φροντίσουν πρώτα να έλθουν στη γνωστή στάση για Τραμ και Λεωφορεία: UNI-KLINIKEN, ας διασχίσουν κάθετα τον κεντρικό δρόμο και ας ακολουθήσουν ευθεία και μέχρι το τέλος της την Schlo?mannstra?e. Μπροστά τους βρίσκεται η είσοδος του Νε κροταφείου. Μετά τη γερμανική Εκκλησία ακολουθούμε τον κεντρικό δρόμο και περίπου 200 μέτρα πιό πέρα είναι το δικό μας τμήμα. Είναι ένα ανοιχτό ξέφωτο για 600 περίπου τάφους, με προοπτική επέκτασης και με ένα μεγάλο ξύλινο Σταυρό που στήθηκε εκεί με αφορμή τον Αγιασμό ( Εγκαίνια; ) που τελέστηκε το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής στις 22 του περασμένου Ιουνιου.
Η επίσημη παράδοση του χώρου έγινε στα πλαίσια μιας σεμνής καλά οργανωμένης και απόλυτα επιτυχημένης τελετής με σύμμαχο και τον θαυμάσιο Μεσογειακό καιρό. Στον Αγιασμό προέστη ο Ρώσσος Αρχιεπίσκοπος Λογγίνος, λάβαμε μέρος όλοι οι ορθόδοξοι Ιερείς και μίλησαν εκτός από τον προεστώτα ο κοινός μας εκπρόσωπος π. Peter Sonntag και η Αντιδήμαρχος κ. Ur sula Schiefer. Παρόντες ήταν οι Γερμανοί αρμόδιοι του Νεκροταφείου, Λαϊκοί πιστοί από τις άλλες ορθόδοξες Εκκλησίες και πολλοί - άνδρες και Γυναίκες - από τη δική μας Ενορία καθώς και ο π. Νικόλαος Κόλλιας. Χαρακτηριστικά παρούσα και η ελληνική μας φιλοξενία με πλούσια και γευστικά εδέσματα στα όρθια από Ελληνίδες νοικοκυρές πού πάντα πρόθυμα και επάξια συμπαραστέκονται στο εκκλησιαστικό έργο και βέβαια καλό και άφθονο ελληνικό κόκκινο κρασί από τούς σεμνούς και φιλόπονους εκκλησιαστικούς Επιτρό πους. Ασφαλώς δε μπορούσαν να λείπουν και τα κόλυβα, καλοστολισμένα και νόστιμα, που πρόσφεραν πικραμένες Ελληνίδες για να μας δώσουν την ευκαιρία να ψιθυρίσουμε ένα συχώριο για τα κεκοιμημένα αγαπημένα τους πρόσωπα.

Μερικές ακόμη πληροφορίες και προτροπές θεωρώ απαραίτητο να γραφούν και να κυκλοφορήσουν για να μαθευτούν σιγά σιγά από όλους τους Έλληνες ορθόδοξους κατοίκους της Ενορίας.

1. Είναι πλέον βέβαιο ότι πολλοί νεκροί μας δε μεταφέρονται στην Ελλάδα και ότι στο μέλλον οι περισσότεροι θα θάβονται εδώ. Αντί λοιπόν να θά βονται στα διάφορα Νεκροταφεία και κανείς να μη γνωρίζει που, ευχή και προτροπή μας είναι να θάβονται όλοι στο ορθόδοξο Νεκροταφείο.

2. Έχουμε το δικαίωμα από την πόλη και θα πρέπει να επιδιώξουμε να χτίσουμε στα επόμενα χρόνια εκεί την Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Αυτό αποφασίσαμε οι Ιερείς, αυτό επιθυμούμε, στο όνομα του Αγίου Δημητρίου το αφιερώσαμε και μακάρι να μην αργήσει η ώρα να λειτουρ γούμε και να μνημονεύουμε τους νεκρούς μας εκεί κάθε Σάββατο. Πιστεύ ουμε και περιμένουμε να το καταλάβουν όλοι και να υποστηρίξουν οικο νομικά την προσπάθειά μας.

3. Σε ό,τι αφορά τα νομικά και γραφειοκρατικά και οικονομικά προβλήμα και τις υποχρεώσεις των οικείων απέναντι στις αρμόδιες γερμανικές Υπηρεσίες δεν αλλάζει τίποτε. Μέσω του Γραφείου Κηδειών της επιλογής τους θα υπογράφονται τα απαραίτητα συμβόλαια και θα πληρώνονται στο Δήμο τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση χρήματα, όπως και μέχρι σήμερα.


Κλείνοντας το παρόν σημείωμά μου θα ήθελα να ευχηθώ στούς χριστιανούς μας να προσέχουν και να χαίρονται τη ζωή τους, να μη χρειαστούν σύντομα το Νεκροταφείο μας αλλά και να μη λησμονούν το θάνατο. Πρώτα γιατί αποτελεί την πιο μεγάλη και την πιο αυταπόδειχτη αλήθεια της ζωής. Ύστερα γιατί όλοι μας έχουμε νεκρούς και είναι πολιτισμός και χρέος να τους ενθυμούμαστε, να τους επισκεπτόμαστε, να προσευχόμαστε γιαυτούς και να τους λέμε να μας περιμένουν. Ακόμη γιατί ο Χριστός που πιστεύουμε και του εμπιστευόμαστε κι εμάς και τους νεκρούς μας πέρασε από το θάνατο για να φθάσει στην Ανάσταση και να μας εγγυηθεί τη δική μας Ανάσταση και αιωνιότητα. Και τέλος γιατί ο στοχασμός γύρω από το θάνατο και την Ανάσταση αποτελεί ένα από τα κύρια και θεμελιακά στοιχεία και χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αληθούς χριστιανικής και πνευματικής ζωής. Δε θα τον θέλω το θάνατο και δε θα συμφιλιωθώ ποτέ μαζί του και θα «θρηνώ και οδύρομαι» κάθε φορά που θα τον εννοήσω. Ωστόσο, όσο πιο ενωρίς απαλλαγώ από την πλάνη του φόβου του θανάτου και τον αποδεχθώ κατά την πίστη μας ως είσοδο και μετάβαση στην κοινωνία του Θεού και των Αγίων, τόσο πιο πλέρια και γνήσια θα ζήσω και θα χαρώ τη ζωή σ΄ αυτόν τον κόσμο, στον επίγειο κόσμο.