Του π. Ιωάννου Ψαράκη (Για την Εφημερίδα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ DF) (Ντύσσελντορφ, 12.03.2001)

{mosimage}Μετά από 40 και πλέον χρόνια παραμονής μας στη Γερμανία είναι χρήσιμο να βλέπου με κάπου κάπου τις δημιουργίες και την παρουσία μας κάτω από το πρίσμα του παραπάνω θέματος. Και βέβαια εμείς που είμαστε σήμερα εδώ, άσχετα αν είμαστε από τους πρώτους που ήρθαν και αν θα είμαστε οι τελευταίοι που θα φύγουμε. Αυτοί που ήρθαν πριν από εμάς είμαστε εμείς οι Έλληνες και αυτοί που θα είναι αύριο θα είμαστε πάλι εμείς οι Έλληνες. Σ΄ αυτή λοιπόν τη θεώρηση Ελληνισμός δε σημαίνει περιστασιακή διέλευση κάποιων Ελλήνων τουριστών από τη Γερμανία αλλά εκδίπλωση και έξοδο της ίδιας της Ελλάδας και μεταφύτευσή της σ΄ ένα χώρο καινούριο και παρθένο με όλα όσα αρνητικά και θετικά μπορεί αυτό να συνεπάγεται τόσο για τη Μητρό πολη όσο και για μας τους μετανάστες αλλά και τη χώρα υποδοχής. Είναι αυτό που εί δαμε στην αρχαία Ελλάδα, που μεταφύτεψε τον Ελληνισμό στη Μ.Ασία, στον Εύξεινο Πόντο, στην Ιταλία και αλλού. Αυτό που είδαμε λίγο πριν και στην πτώση του Βυζαντίου και της Πόλης, που μεταφύτεψε τον Ελληνισμό στην Ιταλία-Βενετία και στη Δ. Ευρώπη και ετοίμασε την Ευρωπαϊκή Αναγέννηση. Αυτό που είδαμε στην Αμερική στις αρχές του 20ού αιώνα, που έχει αναπτυχθεί σήμερα σε αρκετά υπολογίσημη οικονομική, κοινωνική, πολιτική και επιστημονική δύναμη. Αυτό που αναπτύσσεται στη Ν.Αφρική, στην Αυστραλία, στις άλλες χώρες της Δ.Ευρώπης και εκείνο που αφυπνίζεται και πάλι στις παλαιότερες και νεότερες εστίες-χαμένες πατρίδες του Ελληνισμού.
Αν λοιπόν εμείς είμαστε ο Ελληνισμός και η Ελλάδα στη Γερμανία, τότε μένει να αναζητήσουμε και να στηρίξουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που το αναδεικνύουν και το μαρτυρούν και παράλληλα να αποκαλύψουμε και να απομονώσουμε όσα το δυσκολεύουν ή το απειλούν. Μιλούμε επομένως όχι για κριτική και αναζήτηση υπευθύνων για τη μια ή την άλλη κακοδαιμονία, αποτυχία ή παράλειψη αλλά για αυτοκριτική και αυτογνωσία και μάλιστα ως καρπό βασανιστικής αυτοσυνειδησίας. Όλοι μαζί πονούμε, όλοι μαζί ευθυνόμαστε, όλοι μαζί χτίζουμε ή γκρεμίζουμε, όλοι μαζί νοικοκυρεύουμε για να παραδώσουμε στους επιγενομένους τον Ελληνισμό - την Ελλάδα. Σ΄αυτό το πνεύμα σημειώνονται οι παρακάτω σκέψεις, που προτείνοντα μόνο με την ελπίδα πως μπορεί να αποτελέσουν αφορμές για συζήτηση την ώρα που φαίνεται να ζούμε σε αφασία (δε μιλούμε για τα παραπάνω) και απραξία (δεν κάνουμε τίποτε).

1) Μητρόπολη και Παροικία:
Τόσο η Ελλάδα όσο και εμείς γνωρίζουμε σήμερα ότι θα μείνουμε για πάντα στη Γερμα νία. Αν συνεχίζει λοιπόν η Ελλάδα να σκέπτεται και να λέει και να ενεργεί για μας όσα και στη δεκαετία του 1960 ή αν εμείς εξακολουθούμε να έχουμε τα τότε αιτήματα και να τα διεκδικούμε απλά με άλλα επιχειρήματα, μένει να παραδεχτούμε πως όλοι βαδίζουμε χωρίς πυξίδα και στόχους. Για μας ιδιαίτερα σημαίνει πως πρέπει να δούμε τα πάντα κάτω από τη νέα αυτή προοπτική. Και τα παιδιά μας και την εργασία μας και τις οικονομίες-επενδύσεις μας και τη γλώσσα μας και τη θρησκεία μας και την εκπαίδευσή μας και την πολιτική μας ένταξη και την κοινωνική μας ζωή και πορεία.
Ό,τι δημιουργούμε, επομένως, Εκκλησίες, Σχολεία, Συλλόγους, Ιδρύματα, Ραδιόφωνα, Εφημερίδες κλπ., πρέπει να υπηρετούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την εδώ παραμονή και παρουσία μας ως Ελληνισμού και ως Ελλάδας. Η πατρίδα από την πλευρά της θα πρέπει με κάθε τρόπο και μέσο να στηρίξει αυτή τη νέα πραγματικότητα και να μας βοηθήσει να καταλάβουμε πως απ΄ αυτήν δεν πρέπει να περιμένουμε τη λύση των εκάστοτε προβλημάτων και κυρίως των οικονομικών αλλά μόνο τους διαχρονικούς χυμούς του ελληνικού πολιτισμού. Η εμμονή σε εξαγόμενα κατά καιρούς απόβλητα ή καιροσκοπικές επιδιώξεις ατόμων και κομμάτων ή και κυβερνήσεων θυμίζει πρωτογονισμό και συνιστά για μας ασυγχώρητη τύφλωση και για την Ελλάδα τουλάχιστον πο λιτική μυωπία και απαράδεκτη υποτίμηση της νοημοσύνης των παιδιών της.

2) Έλληνες και Γερμανία.
Η αρχαία Σπάρτη ζητούσε από τους πολίτες-παιδιά της που έστελνε στον πόλεμο, να υπερασπιστούν την πατρίδα μέχρι θανάτου και δε συγχωρούσε αποστασίες και προδο σίες. Επειδή και στη Γερμανία πρόκειται για «πόλεμο» ελληνικής επιβίωσης, αποκτά για μας ιδιαίτερη επικαιρότητα και αναγκαιότητα η προγονική αυτή πρακτική. Η ευχή που πήραμε πριν 40 χρόνια όταν φύγαμε, ήταν να μείνουμε Έλληνες και να γυρίσουμε Έλληνες. Η ευχή αυτή είναι ή πρέπει να είναι ο κοινός ομφάλιος λώρος ελληνικής πνευτικής τροφοδοσίας και συνεχές προσκλητήριο αγωνιστών για να ξέρουμε σε κάθε στιγμή αν χάσαμε και ποιους και πόσους χάσαμε, σε ποια φυλάκια και γιατί τους χάσαμε ώστε να μπορούμε να ανασυντασσόμαστε και να παραμένουμε σε μόνιμη παράταξη μάχης. Μπορεί αυτό να ακούγεται υπερβολικό αλλά ο γράφων το θεωρεί αληθινό.
Στην τουρκοκρατία έπρεπε να αποστασιοποιηθούν οι πρόγονοί μας από τον εχθρό, από τον αλλόθρησκο, από τον τύραννο και το πέτυχαν και σώθηκαν και μαζί τους κι εμείς. Σήμερα καλούμαστε να φυλάξουμε αυτό που είμαστε σε τόπο και σε κλίμα καταιγιστικής «φιλοξενίας» και άκρως δελεαστικών ιδεών και τρόπων ζωής, όπου όμως ουδέποτε μέχρι σήμερα επέζησαν εθνικότητες ή γλώσσες ή θρησκείες ή πολιτιστικές μειονότητες. Αν το ξεχάσουμε αυτό, όχι παιδιά και ασπίδες δε θα ξαναδεί η πατρίδα αλλά ίσως και πολεμίους των συμφερόντων και των δικαίων της.

3) Ελληνισμός και ΄Ελληνες.
Είναι γνωστό ότι πολλοί από τους εδώ συμπατριώτες αξιοποίησαν τα χαρίσματά τους, το δημιουργικό δαιμόνιο της φυλής και τις δοθείσες ευκαιρίες και έχουν προκόψει οικονομικά περισσότερο από άλλους εξασφαλίζοντας μέχρι σήμερα μια επιδεικνυόμενη άνεση και μια όχι ευκαταφρόνητη κοινωνική ζωή. Την ίδια ώρα ο Ελληνισμός ως Ελληνισμός είναι περίπου ανύπαρκτος. Με εξαίρεση την Εκκλησία που έχει ή ετοιμάζει σιγά σιγά την υποδομή και το σοβαρό προγραμματισμό της αποστολής και του έργου της, δεν υπάρχει τίποτε στη Γερμανία. Αυτό όμως συνιστά παραλογισμό που απαιτεί αντιμετώπιση και μάλιστα γρήγορη. Η σχέση ατομικής και συλλογικής επιτυχίας, δηλ.η σχέση Έλληνα ιδιώτη και Ελληνισμού στη Διασπορά πρέπει να είναι σχέση οικογενειακή, σχέση παιδιών προς γονείς και να αναπτύσσονται ισόρροπα και παράλληλα τόσο τα μέλη της Παροικίας όσο και η ίδια η Παροικία ως σύνολο και Ελληνισμός. Και επειδή εδώ πρέπει να προηγείται το άτομο, αυτό θα πρέπει επίσης να δημιουργήσει και να στηρίξει το κοινό καλό και την αδελφική συνύπαρξη με καθολικά αποδεκτούς και ελπιδοφόρους θεσμούς και με αγαπητικές και μεθοδευμένες ενέργειες.

4) Θεσμοί και προγράμματα.
Χωρίς να μπούμε σήμερα σε αναλύσεις και λεπτομέρειες θα πρέπει να πούμε πως η μεταφύτευση θεσμών της Ελλάδας και η καπηλεία ονομάτων ούτε αντικειμενικά εφικτή είναι ούτε τη γενική αποδοχή έχει ή μπορεί να αποκτήσει και επομένως, όπου επιχειρήθηκε, θα πρέπει να εγκαταλειφθεί το ταχύτερο. Η προσκόληση σε σχήματα και απο λιθώματα δεν καθυστερεί απλά την ανάπτυξη και τη δημιουργική πορεία του Ελληνισμού αλλά καλλιεργεί την αμφισβήτηση των ιστορικών του ικανοτήτων και επιτευγ μάτων και οδηγεί πολλά από τα σημαντικά μέλη της κάθε Παροικίας να ενταχθούν σε άλλα, όχι ελληνικά, σύνολα και όργανα που εκφράζουν όμως τις κοινωφελείς ανη συχίες τους και αξιοποιεί τις φιλοδοξίες και τα χαρίσματά τους. Είναι καιρός να δι ερωτηθούμε γιατί διακρίνονται σε διάφορους τομείς της επιστήμης, της τέχνης, του αθλητισμού κλπ., οι Έλληνες που διέκοψαν ή αραίωσαν στο ελάχιστο τους δεσμούς των με κάθε τι το ελληνικό στη Γερμανία. Ένας ζωντανός οργανισμός, όπως είναι και πρέπει να μένει ο Ελληνισμός, είναι ανάγκη να δημιουργεί και τους μηχανισμούς άμυνας και μετεξέλιξης, δηλ. Παράδοσης και προσαρμογής, σ΄ έναν κόσμο με κύριο χαρακτηριστικό τη ροή και την εξέλιξη και μάλιστα με ρυθμούς συνεχώς επιταχυνόμενους.

5) Ελληνισμός και Έλληνες νέοι.
Χωρίς και πάλι να μπούμε σε ιδιαίτερες αναλύσεις θα σημειώσουμε πως η Γερμανία έχει αποδεχτεί ως κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα το χωρισμό των νέων από τους ενήλικες.Ανεξάρτητα και πέρα από κάθε θετική ή αρνητική υποκειμενική γνώμη, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως ο χωρισμός αυτός συντελείται ραγδαία και στο σημερινό Ελληνισμό της Γερμανίας. Αν μάλιστα επεκτείνουμε λίγο παραπέρα αυτή τη σκέψη θα δούμε πως όλοι λίγο πολύ συμπράττουμε σ΄ αυτό το χωρισμό συνειδητά ή ασυνείδητα την ώρα που πολλά σημάδια δείχνουν πως μάλλον διαφωνούμε ή και ανησυχούμε γιαυτή την εξέλιξη. Υπάρχει επομένως αμφισβήτηση, φανερή από τους νέους και σιωπηρή από τους ενήλικες, των δοκιμασμένων πατροπαράδοτων δομών και μορφών κοινωνικού βίου; Αν ναι, ποιες θα είναι οι καινούριες; Αναγκαστικά οι γερμανικές-ευρωπαϊκές-αμερικανικές. Τότε καλά κάνουν τα παιδιά και οι νέοι και οφείλουμε αντί να τους δημιουργούμε ενοχές και σχιζοφρενικά διλήμματα να τα ενθαρρύνουμε στις ξένες απομιμήσεις. Αν όμως εξακολουθούμε να μιλούμε για Ελληνισμό, τότε μάλλον πρέπει να διαγνώσουμε εδώ ασθένεια και μάλιστα επιδημική και σε προχωρημένο στάδιο και να αναζητήσουμε κατάλληλη και ριζική θεραπεία.

Θεωρώ αναγκαίο να επαναλάβω, κλείνοντας, αυτό που και πιο πάνω σημείωσα. Αφασία και απραξία είναι τα χαρακτηριστικά του Ελληνισμού της Γερμανίας σήμερα.
Αυτά όμως συνιστούν επίσης και τις προκλήσεις για ανάνηψη, για προβληματισμό, για συζήτηση. Το λάθος μιας γνώμης μπορεί να διορθωθεί. Η απουσία όμως ιδεών και γνωμών και γενναιότητας και τόλμης και φαντασίας και συνευθύνης και αποφασιστικότητας είναι κενό, είναι ρήγμα, είναι χαράδρα που εμποδίζει ή και αποκλείει την προσέγγιση, τη συνάντηση, την κοινωνία, την ώρα ακριβώς που το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού της Γερμανίας είναι κυρίως θέμα κοινωνίας, συνόδου, συνομι λίας και συναντίληψης.