Του π. Ιωάννη Ψαράκη (Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΝΕΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ Κισάμου)

{mosimage}Περαστικοί, ένα μήνα περίπου κάθε χρόνο, με την οικογένειά μου, χαιρόμαστε τους ανθρώπους, τον τόπο, τη ζωή και τα έθιμά του. Το ζητούμε, το χρειαζόμαστε. Ανήσυχη η ψυχή, περίσσια πεινασμένη στην ξενιτειά κι εκλεκτική από φυσικού της, ζητά να γεμίσει, που θα πει ν' αναπαυτεί. Απίστευτος ο λόγος και χιλιοειπωμένος αλλά αληθινός. Ποτέ ο τόπος μας κι ο κόσμος ολόκληρος δεν είχε πιο πολλά από σήμερα αγαθά μα και ποτέ τόση πείνα, τόση στέρηση, τόσο άδειες κι ανήσυχες ψυχές. Σίγουρα είχε δίκιο ο μεγάλος της Εκκλησίας Πατέρας Αυγουστίνος, όταν έλεγε, πως η ψυχή του είναι ανήσυχη μέχρι ν' αναπαυτεί στον Θεό.

Η κορφή του Προφήτη Ηλία πάνω από τις Λουσακιές ήταν πάντα μια ανοιχτή πρόσκληση ακόμη από τον καιρό που τη γλυκοματιάζαμε από τους Αγίους Πατέρες και το κάστρο της πολυρρήνειας. Οι κορφές, οι δυσπρόσιτοι τόποι, οι δύσκολοι στόχοι, οι τόποι των αετών, των ηρώων και των Αγίων πάντα μαγνητίζουν, προκαλούν και γοητεύουν.
- Πώς ανέβηκαν οι παλιοί;
-Τι τους έπιασε ν' ανεβούν και να χτίσουν Εκκλησιά εκεί πάνω και να βάλουν βιγλάτορα του τόπου το μεγάλο και φοβερό προφήτη του Θεού Ηλία, που δε δίστασε να κάψει, να σκοτώσει και να τιμωρήσει σκληρά με τριετή ξηρασία την απιστία και την ασέβεια κάποιου τόπου;
- Νάχε δίκιο ένας γέρος παλιά στην Πολυρρ?νεια που έλεγε πως ο Θεός γινότανε ψωμί και κατέβαινε με τον κόρακα στον Προφήτη με την εντολή να μοιράζεται δίκια στους ανθρώπους του τόπου σαν το Μάννα και πως όταν αυτό σταματήσει θα τελειώσει ο κόσμος;
- Μπορεί. Χρέος είχαμε πάντως ανεξόφλητο, όχι περιέργεια νοσηρή, να πάμε, ν' ανεβούμε και να προσκυνήσουμε κι εμείς. Και μια κρυφή ελπίδα, να ζήσουμε και να δούμε το θαύμα. Να το δούμε όλοι που θα βρεθούμε εκεί πάνω μαζί και να το πάρουμε τροφή και δύναμη για παραπέρα. Το θαύμα όμως. Εκείνο το μοναδικό και ανερμήνευτο μυστήριο που φανερώνει τον πανταγάπητο Θεό και τον κάνει νεφέλη και φως και Μεταμόρφωση και τραπέζι, «άρτον ζωής» κι ελπίδα και χαρά και παράδειγμα.

Μνήμες πολλές, διηγήσεις ατέλειωτες, υπερβολές και δισταγμοί, καυχήσεις και ονειροπολήματα, παθήματα αμαρτωλών, τασίματα και δάκρυα, όλα μαζί μας έστρωσαν για πρώτη φορά επί τέλους τό δρόμο. Υλικό γερό, στέρεο, απέραντο κι ανεξάντλητο. Ποιος δεν άκουσε τέτοιες ιστορίες;
-Εμείς πάμε κάθε χρόνο, εδά τριάντα χρόνους...
-Ο μακαρίτης ο παππούς μου ανέβαινε ως το σιόπατο με το μουλάρι κι απόσωνε με τα πόδια...
-Μα λένε πως και να πέσεις δε βαραίνεις εκτός κι αν είχες στο νου σου κακά πράματα...
-Ω, το παντέρμο το κρασί κι αν πίνεται εκεια πάνω...
-Ο Θεός να τσ' αγιάσει που χτίσανε τον Άγιο και μπορούμε να νταμώνουμε κι εμείς σήμερο.
Ολα τούτα σκεφτόμαστε κι ανεβαίναμε σιγά σιγά το ριζοβούνι με τ' αυτοκίνητο μέχρι που μας άφησε μη θέλοντας ν' ανέβει παραπάνω. Καλομαθημένο κι αυτό στην άσφαλτο δεν τάχε καλά με το χώμα, με τις πέτρες και τις αυλακιές και δεν έπαιρνε από παρακάλια. Μπορεί κι ο Θεός νά στησε μια από τις ευκαιρίες που μόνο Εκείνος ξέρει και μας άνοιγε τα μάτια για να δούμε πέρα από την ανέλπιστα χαμένη βολή μας, την αγάπη και τη γνησιότητα των ανθρώπων. Καλό πράμα η αυτάρκεια. Να έχεις ό,τι χρειάζεσαι και να μην έχεις την ανάγκη του άλλου. Μα κλείνει τις πόρτες, τα μάτια, τις καρδιές. Καθένας για τον εαυτό του, με τον εαυτό του, να κάνει ό,τι θέλει, ακόμη και να ασχημονεί, να διαφεντεύει, να κουρσεύει, να προσπερνά, να λησμονεί, να περιφρονεί όλους κι όλα. Όχι! Δεν πρέπει νάναι σωστός αυτός ο δρόμος. Κι ας είναι σύγχρονος και μοντέρνος και άνετος.

Ο άνθρωπος που μας πήρε και μας πρόσφερε και κάθισμα και καρότσα και διάθεση ήταν... αποκάλυψη. Άνθρωποι υπάρχουν και διαθέσεις και αισθήματα παντού και πάντοτε. Άφησέ τους όμως να λειτουργήσουν, αφορμή γυρεύουν... Πές τους απλά πως ανεβαίνεις κι εσύ για τον ίδιο Άγιο. Πως υπηρετείς τον ίδιο Θεοθέλητο σκοπό, να τιμήσεις και τον Άγιο κι όλους εκείνους, που πιο πριν, εκατοντάδες χρόνια πίσω με χίλια βάσανα πήγαν κάπου ψηλά κι απόμερα και δόξασαν το Θεό κι ορκίστηκαν να κρατήσουν την πίστη και την πατρίδα και όλα τα όσια και τα ιερά της φυλής. Κια σαν να είναι αυτό γλώσσα αναγνωριστική του Αγίου Πνεύματος, θα φανερωθεί μπροστά σου η άδολη αγάπη, η χωρίς σύνορα πολυπόθητη αδελφοσύνη χωρίς υπολογισμούς και χωρίς όρους. Να σ' αφήνει άφωνο η γνησιότητα: Σας ευχαριστώ που μου δίνετε την ευκαιρία να είμαι μαζί σας και να σας βοηθήσω!... Σας ευχαριστούμε κι εμείς κ. Κομπογιαννιτάκη από τον Πλάτανο. Και όλους εσάς που είδαμε να δίνετε το χέρι σε κάθε δύσκολο σκαλί, να λέτε τα ονόματα των λουλουδιών και των θάμνων σε παιδιά και νέους που ρωτούσαν, να περιμένετε και να φωτίζετε με το φακό σας το δρόμο άλλων άγνωστων στον κατεβασμό με το σκοτάδι, χωρίς να βιάζεστε και να γνοιάζεστε μόνο για σας.

Η κορφή, τό Εκκλησάκι, ο κόσμος, ο Εσπερινός, η θέα, οι άρτοι, τα κεράσματα, το κισαμίτικο κρασί κι οι ευχές εκεί πάνω μεταξύ ουρανού και γης ούτε λέγονται ούτε γράφονται ούτε περιγράφονται. Ίσως να μην αρκεί ούτε «η κάλαμος γραμματέως οξυγράφου», που ήταν η γλώσσα άλλου Προφήτη. Μπορεί αυτά να μοιάζουν με όσα έζησε ο Αοόστολος Παύλος, όταν αρπάχτηκε και μεταφέρθηκε, όπως μας βεβαιώνει, σε άλλους κόσμους και άλλους ουρανούς και δεν ήξερε αν ήταν, όσα έβλεπε και ζούσε, ανθρώπινα ή Θεϊκά. Τυλιγμένοι στο σύννεφο τη μια στιγμή και πάνω από τα σύννεφα την άλλη, μακριά από του κόσμου τη βοή, βουτηγμένοι μέσα στην ησυχία και τη γαλήνη και την απεραντοσύνη του Θεού, ένα με τον Άγιο και με τις πέτρες και με τα κλαδιά και με τη φλόγα των κεριών κι ανασαίνοντας μαζί θυμάρι και θυμίαμα, να ταιριάζουμε όλοι τις φωνές σ' εκείνο το παναρμόνιο «Κύριε ελέησον...» και το συγκλονιστικό «Πάτερ Ημών ο εν τοις ουρανοίς...», να τα πάρεις από Μυστήρια και να τα κάνεις λόγο θα είναι βλασφημία και έπαρση.. Σκέφτεσαι μόνο και πάλι το λόγο των μαθητών του Χριστού από το Ευαγγέλιο πάνω στο Θαβώρ, να στήσουν εκεί σκηνές και να μείνουν για πάντα. Σε τέτοια ύψη δυσθεώρητα και ρήματα ανερμήνευτα, πνευματικής ανάτασης, έκστασης και αγαλλίασης, αρχίζεις να καταλαβαίνεις το λόγο «Χρόνια πολλά!... Και του χρόνου...»! Ναι! Αυτές οι στιγμές, αυτές οι ώρες, αυτές οι καταστάσεις μπορούν και πρέπει να ζουν και να διαρκούν χρόνια πολλά και να σε φέρνουν και του χρόνου! Πρόκειτα μάλλον για άλλο χρόνο, όχι γι αυτόν που κυνηγούμε και μας κυνηγά κάθε μέρα αλλά για την όγδοη ημέρα της Εκκλησίας, για τη Χάρη των Αγίων, για την αιωνιότητα του Θεού, για την Αγία Κοινωνία Θεού και Ανθρώπου.

Φιλήσαμε πάλι γκαρδιακά τον Άγιο και τις άλλες εικόνες, ψιθυρίσαμε ακόμη ένα συχώριο για τους γενναίους και πιστούς προγόνους που έχτισαν το ταιριαστό με τον τόπο Εκκλησάκι και ξεκινήσαμε στα σκοτεινά για το στέκι του Ηλία, που περίμενε υπομονητικά παρακάτω με βρασμένες αίγες και ντοματόσουπα και λεμόνια και καλό κρασί τους προσκυνητές, για μια ακόμη έντονη και γνήσια ανθρώπινη εμπειρία. Δεν ξέραμε τον άνθρωπο που καθόταν στο βράχο δίπλα στη φωτιά με το καζάνι και μοίραζε με έκδηλη χαρά χαμόγελα, ευχές και ντοματόσουπα στα πλαστικά κύπελα, ζεστή και λαχταριστή, δώρο Θεόσταλτο για χορτάτους και πεινασμένους αδιάκριτα. Ούτε πως ήταν δικές του και, μόνιμα χρειαζούμενες οι αναπηρικές πατερίτσες κάπου δίπλα του. Κι ούτε βέβαια πως ήταν δική του προσφορά και έξοδο και θυσία αυτό που βλέπαμε κι αυτό που κρυβόταν πίσω σαν ετοιμασία και κουβάλημα και αυριανό συμμάζεμα. Ανέμελοι τρώγαμε και πίναμε άλλοι όρθιοι, άλλοι καθιστοί στα ριζιμιά χαράκια κι άλλοι μισοξαπλωμένοι σε θύμους και σε πετροσκίσματα. Γιόρταζε ο άνθρωπος, ο Μπινιχάκης Ηλίας από τα Ζαχαριανά και τόχε λέει τάξιμο. Κι έκανε τη γιορτή του θυσία και αγάπη και πορεία άσφαλτη, ένα με τη γιορτή του συνονόματού του Προφήτη Ηλία, κήρυγμα πειστικό, εκπληκτικό παράδειγμα και θαύμα σωστικό και πολύγλωττο.

Μιλήσαμε λίγο. Ο Ηλίας προτιμά να μιλεί με τα μάτια, με τό καλόκαρδο χαμόγελο, με τη φυσικότητα της πράξης. Θαρρείς και μοίραζε ευλογίες από το καζάνι, που δεν τέλειωναν ποτέ, σαν το αλεύρι της χήρας που χε ευλογήσει ο συνονόματός του Άγιος. Μ' ένα μοναδικά δικό του τρόπο, μ' ένα ταίριασμα από γέλιο και ματιές και σχεδόν ασύνδετες μεταξύ τους λέξεις, μας οδήγησε να βρούμε «το παλιό βαρέλι», ένα μπουκάλι παλιό κρασί, χωσμένο βαθιά σε αθέατη και πετροσκεπασμένη τρύπα στα χαράκια πριν δυο χρόνια, και να το κεράσουμε. Όχι γιατί τέλειωσε το κρασί μα για να είναι δικά μας όσα είχε και δική του μόνο η χαρά της αγάπης και της φροντίδας.

Δε θα επιμείνουμε. Όσοι ζήσαμε αυτή την ατμόσφαιρα της πρωτοχριστιανικής αγάπης και της σύγχρονης ανθρωπιάς πρέπει να τη διαλαλούμε για να ξεχωρίσει από την ευτέλεια και τη σύγχυση της εποχής και να μη μείνει «φωνή βοώντος εν τη ερήμω...» αλλά να φτάσει παντού και να την ακούσουν όσοι ακόμη μπορούν. Και φαίνεται πως δεν είναι λίγοι. Αν κρίνουμε από όσους ήταν εκεί και στην Εκκλησιά πρωτύτερα κι από τον τρόπο τους, ήταν πολλοί. Και νέοι, αγόρια και κορίτσια και παιδιά και ηλικιωμένοι και Έλληνες και ξένοι. Ένας Γερμανός καθηγητής από το πανεπιστήμιο της Βρέμης με άριστα ελληνικά έζησε και κατέγραψε τα πάντα με έκπληξη και συγκίνηση και σίγουρα θα τα μεταφέρει στη χώρα του και στην Εκκλησία του.

«Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού!... Τοις Αγίοις τοις εν τη γη Αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος!...». Ζει Κύριος ο Θεός και μπορεί κι ο άνθρωπος να ζει και να ελπίζει. Ευλογημένη η ώρα και η απόφαση να πάμε στον Άγιο. Ευλογητός ο Θεός και ευλογημένος ο τόπος και οι άνθρωποί του, που μπορούν να γίνονται στηρίγματα και φώτα και ανάπαυση ψυχών. Πολλά τα έτη σας, Σεβασμιώτατε Δέσποτα Κισάμου και Σελίνου Ειρηναίε. Οι προσευχές, οι κόποι, η Θεοφώτιστη ποιμαντική και κατηχητική σας φροντίδα, έπεσαν στη γη την αγαθή και ήδη καρπίζουν καρπόν εκατρονταπλασίονα.