Στη μέχρι σήμερα πορεία της Ενορίας μπορούμε να διακρίνουμε τρία στάδια:

  • Το πρώτο διάστημα, χωρίς συγκεκριμένο Ναό και Ιερέα, πριν από το 1960.
  • Το δεύτερο, που περιλαμβάνει το διάστημα διακονίας του ιδρυτού και πρώτου Ιερέα της Ενορίας, μακαριστού Χρυσοστόμου Βασιλείου.
  • Και το τρίτο, από τον Φεβρουάριο του 1975 μέχρι σήμερα.

α) Πριν από το 1960

1960 - 1975: + Χρυσόστομος Βασιλείου

Αμέσως μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο βρίσκονται οι πρώτοι Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί στο Ντύσσελντορφ. Πρόκειται για αιχμαλώτους, για φυγάδες, της μεταπολεμικής περιόδου, για γυναίκες που ήλθαν παντρεμένες με γερμανούς στρατιώτες, για διερχομένους - κυρίως εμπόρους - και σπουδαστές. Σ' αυτήν την περίοδο ανήκουν και οι πρώτες πληροφορίες για κάποια εκκλησιαστική ζωή. Πρόκειται κυρίως για βαπτίσεις σε κατοικίες Ελλήνων ή για κάποιες Λειτουργίες στή λίγο πολύ γνωστή Εκκλησία της ρωσσικής διασποράς της Faehrstrasse.
Kύριο συντονιστικό πρόσωπο είναι ο κ. Αθανάσιος Καμπάς, έγγαμος με γερμανίδα, που μένει μέχρι και σήμερα στο Neuss. Στο σπίτι του φυλασσόταν και μια κολυμβήθρα που παραδόθηκε αργότερα στην Ενορία. Ως Ιερείς αναφέρονται ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ. Στυλιανός Χαρκιανάκης και ο πρώην Μητροπολίτης Ελβετίας κ. Δαμασκηνός Παπανδρέου. Τόσο στο Αρχείο της Ενορίας όσο και σ' εκείνο της Μητροπόλεως στη Βόννη δε βρήκαμε γραπτές πληροφορίες για εκείνο το διάστημα. Μάλλον βέβαιο είναι, ωστόσο, ότι οι Έλληνες και οι άλλοι ορθόδοξοι χριστιανοί της περιόδου εκείνης εκκλησιάζονταν στην προαναφερθείσα Εκκλησία της ρωσσικής Διασποράς που υπάγεται σήμερα μαζί καί μέ αλλες παρόμοιες Ενορίες της δυτικής Ευρώπης στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.

 


β) 1960 - 1975: + Χρυσόστομος Βασιλείου

Η Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας ανήκε αρχικά στην Ιερά Μητρόπολη Θυατείρων και Μεγάλης Βρεταννίας. Με τοποτηρητή τον Μητροπολίτη Αυστρίας Χρυσόστομο Τσίτερ τοποθετείται στο Ντύσσελντορφ ο χειροτονηθείς από τον ίδιο πτυχιούχος της θεολογικής Σχολής της Χάλκης, Χρυσόστομος Βασιλείου και έχουμε πλέον την Ενορία αφιερωμένη στον Άγιο Απόστολο Ανδρέα χωρίς όμως και να γνωρίζουμε σε ποιον από τους δυο ανήκει η επιλογή. Είναι πιθανόν, ο Χαλκίτης νέος Ιερέας, να υλοποίησε με χαρά σχετική πρόταση του πνευματικού πατρός του - με του οποίου το όνομα είχε ήδη αντικαταστήσει το δικό του - να αφιερώσει την Ενορία στον Ιδρυτή της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, Πρωτόκλητο Απόστολο Ανδρέα.

003Λειτουργικό κέντρο στην αρχή και αυτής της περιόδου πρέπει να ήταν η προαναφερθείσα Εκκλησία της Faehrstrasse και κάποιοι Ναοί στο Golzheim και στη Brehmplatz, άγνωστο όμως για πόσο ακριβώς διάστημα ενώ κατά το έτος (1960) αρχίζει να χρησιμοποιείται ο Ναός της Carl-Sonneschein-Strasse 35 στο Stockum, που παραχωρείται λίγο αργότερα (01. 07. 1962) με συμβόλαιο για 25 χρόνια στην Ενορία από την Καθολική Εκκλησία. Ο Ναός αυτός επισκευάστηκε με συνεργασία Καθολικής Εκκλησίας, Ευαγγελικής Εκκλησίας και Δήμου Ντύσσελντορφ, στολίστηκε με φροντίδες του Ιερέα με ξυλόγλυπτο Τέμπλο, Ψαλτήρι, Επισκοπικό θρόνο, Άμβωνα, Παγκάρι και δυο Εικονοστάσια, και αγιογραφήθηκε αργότερα στην οροφή, στα στηθαία του Γυναικωνίτη και σε κάποια μικρά τμήματα των τοίχων με επικολλημένες εικόνες. Δυστυχώς δέν κατέστη δυνατό να παραταθεί το συμβόλαιο και ο Ναός κατεδαφίστηκε λίγο μετά τη μεταστέγαση της Ενορίας. Στη θέση του βρίσκονται σήμερα κατοικίες ενώ τα μεν ξυλόγλυπτά του πήρε η Ενορία Αγίων Πάντων Offenbach τις δε εικόνες η Ενορία Αγίου Γεωργίου Wiesbaden.
Οι εικόνες αυτές βρίσκονται σήμερα (2006) στους ναούς των Ενοριών Wuppertal και Neuss. Στη νέα Εκκλησία μεταφέρθηκαν: ο Σταυρός της Μ. Πεέμπτης, ο ξυλόγλυπτος Επιτάφιος, ο Επιτάφιος προσκύνησης της Μ. Παρασκευής και η εικόνα του Αγίου Ανδρέου από το Τέμπλο.
Υπήρχε επίσης το 1975 Ενοριακό Γραφείο στη Duisburger Strasse 66, που παραχωρούσε δωρεάν το τοπικό Διακονικό Ίδρυμα της Ευαγγελικής Εκκλησίας.

Ο Χρυσόστομος Βασιλείου υπήρξε καλός λειτουργός, δραστήριος Εφημέριος και ακούραστος συμπαραστάτης των ενοριτών στα καθημερινά καί δυσεπίλυτα τότε προβλήματα γλώσσας, ευρέσεως κατοικίας και εργασίας, μετακίνησης, ψυχαγωγίας κλπ. Οι πολιτικές και οικονομικοκοινωνικές συνθήκες της περιόδου εκείνης στην Ελλάδα και τα έντονα πολωτικά πάθη που τις εξέφραζαν εδώ σε συνδυασμό και με τη χλιαρή παρουσία της εκκλησιαστικής διοικήσεως έφεραν τον αυθόρμητο και ανυποχώρητο Ιερέα σε σύγκρουση με ενορίτες αρχικά και με την ίδια τη Μητρόπολη Γερμανίας αργότερα και παραιτήθηκε από Εφημέριος το 1975 με αποτέλεσμα να παραμένει μέχρι και σήμερα σημείο αντιλεγόμενο. Και μόνο πάντως το γεγονός ότι είχε σταθερό και δικό του και ορθόδοξο στην εσωτερική του εμφάνιση Ναό από τις αρχές της δεκαετίας του 60 δείχνει, νομίζω, την αγωνία, την οξυδέρκεια, τη μεθοδικότητα και το συνεχές ενδιαφέρον του για την Ενορία του και το πολυπληθές τότε ορθόδοξο ελληνικό πλήρωμα της ευρύτερης περιοχής. Σ' αυτόν τόν Ναό εψάλη και η κηδεία του τον Νοέμβριο του 1980 από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γερμανίας κ. Αυγουστίνο με τη συμμετοχή πολλών Ιερέων και πλήθους κόσμου. Αναπαύεται στο Νεκροταφείο Nordfriedhof της πόλεως, περίπου 70 μέτρα αριστερά από την κεντρική του είσοδο. Ας σημειωθεί ακόμη ότι υπήρξε έγγαμος Ιερέας με τη Μαρίνα Βασιλείου με την οποία απέκτησε το Γιώργο και τον Παναγιώτη που παρέμειναν και σταδιοδρόμησαν στην περιοχή.


γ) Περίοδος π. Ιωάννου Ψαράκη

1. Οι πρώτες αναζητήσεις
Ο πάτερ Ιωάννης ΨαράκηςΟ υπογράφων μετετέθη στο Ντύσσελντορφ από την Ενορία Αγίας Τριάδος Βόννης στα μέσα Μαρτίου του 1975, λειτούργησαν όμως εκ περιτροπής με τον π. Σωκράτη Νταλλή τις Κυριακές που μεσολάβησαν από την παραίτηση Χρυσοστόμου (30. 01. 75). Ο παλαιός Ναός συνέχισε να χρησιμοποιείται μέχρι τον Απρίλιο του 1989 ενώ το Ενοριακό Γραφείο μετεφέρθη από τον Ιανουάριο του 1976 στην κατοικία του νέου Ιερέα στην Pfalzstrasse 26, όπου και παρέμεινε μέχρι την οριστική εγκατάστασή του τον Ιανουάριο του 1986 στο νεόδμητο τότε Ενοριακό Κέντρο της Am Schoenenkamp 1.
H προθεσμία λήξης της παραμονής στον παλαιό Ναό (30. 06. 87) υποχρέωσε τον νέο Εφημέριο να επιδιώξει αμέσως επαφές με την Καθολική Ενορία στην οποία ανήκε με σκοπό την επέκταση του συμβολαίου. Η πρώτη σκέψη ήταν να κρατηθεί και αν ήταν δυνατό να αγορασθεί ο παλαιός Ναός και να ανεγερθεί κάπου δίπλα Ενοριακό Κέντρο. Όταν όμως οι συζητήσεις έδειξαν ότι δεν πρόκειται να παραταθεί το συμβόλαιο, έγιναν πλέον βολιδισκοπήσεις και ενέργειες προς τις Αδελφές Εκκλησίες, προς το Δήμο Ντύσσελντορφ αλλά και προς ιδιώτες, με σκοπό την ενοικίαση ή και την αγορά κάποιας οικοδομής που θα μπορούσε να μετασκευασθεί σε Ναό και Ενοριακό Κέντρο. Είδαμε κυρίως εστιατόρια, μπυραρίες, ξενοδοχεία και φίρμες μετακόμισης αλλά καταλήξαμε πολύ σύντομα στην απόφαση αγοράς οικοπέδου και ανεγέρσεως εκεί των αναγκαίων για την Ενορία χώρων.

2. Το Ενοριακό Κέντρο

α) Ευλογίες - Ενέργειες
Η σκέψη για αγορά ή ανέγερση Ενοριακού Κέντρου είχε ήδη αναγγελθεί ως όνειρο και προοπτική του νέου Ιερέα στο πολυπληθές εκκλησίασμα της νύχτας της Αναστάσεως του 1975 και παρέμενε έκτοτε σταθερός στόχος του και του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Ανακοινώσεις, συζητήσεις και παραστάσεις προς κάθε κατεύθυνση και σε κάθε ευκαιρία είχαν πείσει τους ενορίτες αλλά και κάποιους Γερμανούς φίλους τόσο για την αναγκαιότητα όσο και για το επείγον του έργου. Οι οριστικές ωστόσο κινήσεις για την υλοποίηση του δύσκολου στόχου άρχισαν τον Φεβρουάριο του 1978 με τη γνωριμία του Ιερέα με τον Μακεδόνα από τη Θεσσαλονίκη - πολιτικό μηχανικό κ. Λευτέρη Πλιάτσκα από το Muelheim an der Ruhr. Μόλις ο τελευταίος άκουσε τα όνειρα του Ιερέα σηκώθηκε, του έσφιξε το χέρι και ακούστηκαν σαν όρκος τα ελπιδοφόρα και κατηγορηματικά λόγια του: «Πάτερ, θα το κάνουμε το Ενοριακό Κέντρο. Εγώ, με τις σπουδές μου στη Γερμανία και τον γάμο μου με τη Brigitte και τα παιδιά που αποκτήσαμε και την εργασία μου, δεν έχω πάει στρατιώτης και αισθάνομαι την ανάγκη να υπηρετήσω με άλλο τρόπο την Πατρίδα μου και την Εκκλησία μου και τώρα μου δίνεται η ευκαιρία. Η Κρήτη βοήθησε παλαιότερα τη Μακεδονία να ελευθερωθεί. Μαζί τώρα εσύ κι εγώ, η Κρήτη και η Μακεδονία, θα στήσουμε την Ελλάδα μας και την Ορθοδοξία μας στο Ντύσσελντορφ».

Εκτός από τις αποφάσεις και τις παραστάσεις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, ουσιαστικούς σταθμούς της πορείας για την υλοποίηση του στόχου αποτελούν οι δυο Ενοριακές Συνελεύσεις στις 04. 10. 1978 και στις 22. 11. 1978 με ευρεία συμμετοχή. Στην πρώτη ακούστηκαν και συζητήθηκαν τα όνειρα του Ιερέα και έγιναν ομόφωνα δεκτά ως προς την αναγκαιότητα του έργου και στη δεύτερη εξελέγη «Επιτροπή Ιδρύσεως του Ενοριακού Κέντρου» και άρχισε ο Μαραθώνιος για την εξεύρεση του οικοπέδου και των αναγκαίων χρημάτων. Ο τότε Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γερμανίας Ειρηναίος ευλόγησε την προσπάθεια γράφοντας χαρακτηριστικά στις 27 Φεβρουαρίου 1979: «Χαιρετίζομεν με χαράν και ευλογούμεν την πρωτοβουλίαν του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ενορίας σας διά την ανέγερσιν Ενοριακού Πολιτιστικού Κέντρου διά την πόλιν και περιοχήν του Ντύσσελντορφ, πρωτεύουσαν του Κράτους Ρηνανίας Βεστφαλίας, εις την οποίαν ζουν σήμερον χιλιάδες Έλληνες και θα υπάρχει πάντοτε, ως πιστεύομεν, ζωντανή εστία του Ευρωπαϊκού Ελληνισμού. ... Εγκρίνομεν...τον...κατάλογον των μελών της Ιδρυτικής Επιτροπής, ... και εκφράζομεν προς όλους...τας ευχαριστίας ημών διότι με επαινετόν ζήλον και αφιλοκέρδειαν προσφέρονται να εργασθούν διά το σημαντικόν τούτο έργον του εν Γερμανία Ελληνισμού και γενικότερον του Ευρωπαϊκού Ελληνισμού».
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο με απόφασή του στις 24. 11. 1975 αναγνωρίζει την ανάγκη ιδρύσεως Ενοριακού Πνευματικού Κέντρου και την υποστηρίζει, τη συμπληρώνει και την ανανεώνει σταθερά στις 8. 5. 76, στις 17. 11. 76, στις 29. 01. 77, στις 7. 5. 77, στις 24. 9. 77, στις 12. 11. 77 και στις 14. 9. 78 ενώ στις 17. 02. 1979 εγκρίνει την εκλεγείσα στις 22. 11. 78 Επιτροπή Ιδρύσεως και αποφασίζει την ενεργό και αμέριστη συμπαράσταση στο έργο της.
Στις αρχές του 1979 το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Ενορίας αποτελούν οι:
π. Ιωάννης Ψαράκης, Κωνσταντίνος Ιωσηφίδης, Συμεών Καζιάνης, Λάμπρος Καρίνος, Χρήστος Κατής, Θεόδωρος Κιοσέογλου, Δημήτριος Κουτουξιάδης, Μιχαήλ Λάζος, Κωνσταντίνος Σπηλιόπουλος, Ευάγγελος Τζώρτζης, Νικόλαος Τσενεκίδης και Κωνσταντίνος Χιονάκης.

Την Επιτροπή Ιδρύσεως του Ενοριακού Κέντρου που εξελέγη στις 22. 11. 78 αποτέλεσαν οι κάτωθι:
Ο Εφημέριος, Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Ψαράκης
Ο Γεν. Πρόξενος της Ελλάδας στο Ντύσσελντορφ κ. Παντελής Μεγγλίδης
Ο Πρόξενος κ. Σπυρίδων Μπάκας
Ο Σύμβουλος Εκπαιδεύσεως NRW κ. Αναστάσιος Παντελίδης
Ο Προϊστάμενος του Εργατικού Κλιμακίου κ. Άγγελος Χρυσανθακόπουλος
Ο Διευθυντής της Κτηματικής Τραπέζης κ. Αριστοτέλης Κακογεωργίου
Ο Δικηγόρος κ. Δημήτριος Πολυμέρης
Ο Πολιτικός Μηχανικός κ. Ελευθέριος Πλιάτσκας
Ο Κοινωνικός Λειτουργός κ. Κωνσταντίνος Λάγιος
Ο Επιχειρημαρίας κ. Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος και Η καθηγήτρια Μουσικής κ. Πελαγία Ζωγράφου.
Η καθηγήτρια Μουσικής κ. Πελαγία Ζωγράφου.

Όλοι οι ανωτέρω εργάστηκαν προθύμως και ανιδιοτελώς, έλαβαν μέρος πάντοτε στις συνεδριάσεις της Επιτροπής και εξεπλήρωσαν από κοινού ή μεμονωμένα κάθε φορά ό,τι ανέλαβαν. Ανεκτίμητη πάντως υπήρξε και πρέπει να σημειωθεί ιδιαίτερα η βοήθεια του κ.Πλιάτσκα. Μηχανικός, στατικός, εργοδηγός, σύμβουλος, διαπραγματευτής, μεταφραστής και ό,τι άλλο χρειάστηκε, ακάματος και πάντοτε παρών, στάθηκε ο συνιδρυτής και το δεξί χέρι του Ιερέα. Μεγάλη ήταν επίσης η βοήθεια της αείμνηστης συζύγου του Θεοφανείας - Brigitte.

Οσο κι αν υπήρξε όμως μεγάλη η προσφορά των Ελλήνων συνεργατών, παραμένει ελάχιστη όταν συγκριθεί με εκείνη των Γερμανών φίλων από την Ευαγγελική Εκκλησία της ίδιας περιόδου.

004Το έργο της Επιτροπής ευλόγησε και ο σημερινός Μητροπολίτης Γερμανίας Σεβασμιώτατος κ. Αυγουστίνος αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του με το ακόλουθο γράμμα στις 16. 10. 1980.
«Χαίρομεν ιδιαιτέρως διά την έμπνευσιν και το εγχείρημα καθώς και διά τον ζήλον και την συνέπειαν μετά της οποίας εργάζεται η περί υμάς Επιτροπή διά την δημιουργίαν ενός τοιούτου έργου. Συμμεριζόμεθα την εμπιστοσύνην υμών προς τα μέλη της Επιτροπής και ευλογούμεν πατρικώς υμάς και εν έκαστον τούτων, εν τη πεποιθήσει ότι επιτελείτε υψίστην Εκκλησιαστικήν και Εθνικήν αποστολήν. Διαβεβαιούντες υμάς επί τούτοις, ότι έχετε αμέριστον την ευλογίαν και συμπαράστασιν ημών διά το εν λόγω έργον, ευχόμεθα υγείαν και ενίσχυσιν παρά του δωρεοδότου Ουρανίου Πατρός ημών».

 

β) Θεμελίωση
ΘεμελίωσηΣτη διάρκεια των ετών 1979 - 1983 είδαμε και διαπραγματευτήκαμε διάφορα οικόπεδα χωρίς όμως και να μπορέσουμε να αγοράσουμε κάποιο από αυτά. Άλλα ήταν μικρά άλλα ακριβά άλλα σε δυσπρόσιτα σημεία και σε άλλα δεν έδωκαν οι γείτονες τη συγκατάθεσή τους. Τελικά καταλήξαμε στο σημερινό, που αγοαράσαμε από το Δήμο Ντύσσελντορφ τον Φεβρουάριο του 1984. Το Ενοριακό Κέντρο θεμελιώθηκε επί τέλους στις 17. 06. 1984 από τον Μητροπολίτη Αυγουστίνο. Ήταν αργία γερμανική και γιορτή της ενότητας των δύο Γερμανιών. Στον Αγιασμό που έγινε παραβρέθηκαν εκπρόσωποι της Ευαγγελικής και της Καθολικής Εκκλησίας, της τοπικής Κυβερνήσεως, ο Δήμαρχος του Ντύσσελντορφ, η Πρόξενος κ. Χριστίνα Μπαλάνου, πολλοί Ιερείς και πλήθος κόσμου και γιόρτασαν μέχρι το βράδυ μέ μουσική και χορούς το μεγάλο αυτό Ενοριακό γεγονός. Τέλος, με κάθε επισημότητα εγκαινιάστηκε στις 06. 07. 1986 από τον Μητροπολίτη Γερμανίας Αυγουστίνο το πρώτο μέρος του όλου έργου.

 

Από την ανέγερση της Εκκλησίας μας. Διακρίνονται από αριστερά: Ο Σεβ. Αυγουστίνος, ο Praeses της Ευαγγελικής Εκκλησίας +Brandt, ο Σεβ. Φιλαδελφείας Βαρθολομαίος (ο σημερινός Οικουμ. Πατριάρχης), ο Εφημέριος και ο κ. ΠλιάτσκαςΕιδικά η Εκκλησία θεμελιώθηκε στις 25. 08. 1985 από τον Μητροπολίτη Ηλιουπόλεως κ. Αθανάσιο κατά παραχώρηση του παρισταμένου Μητροπολίτου Γερμανίας ενώ ευλογήθηκε με την πρώτη Θ. Λειτουργία στις 23. 04. 1989 και εγκαινιάστηκε την 01. 05. 1990 επίσης από τον Μητροπολίτη Αυγουστίνο.
Το όλο συγκρότημα θα ήταν αδύνατο να γίνει χωρίς τη γενναία και φιλάδελφη χρηματοδότηση της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Ρηνανίας, που εκφράστηκε ως μεγάλη δωρεά και ως τριακονταπενταετές άτοκο δάνειο, καθώς και της Καθολικής Εκκλησίας, που εκφράστηκε ως μεγάλη δωρεά των Επισκοπών της στην Κολωνία (Koeln) και το Paderborn. Με ευγνωμοσύννη θα πρέπει επίσης να σημειωθούν ως μεγάλοι δωρητές και ευεργέτες: η τοπική Κυβέρνηση της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, ο τότε Πρωθυπουργός της και αργότερα Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μακαρίτης σήμερα Johannes Rau, το Εργοστάσιο χημικών προϊόντων HENKEL DUESSELDORF, η κ. Αργυρώ Fieber, ο Δρ. κ. Γεώργιος Περράκης και ο κ. Ελευθέριος Πλιάτσκας.


γ) Περιγραφή εξωτερικών χώρων

Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος ευλογεί τους πιστούς στην αίθουσα του Ενοριακού Κέντρου (24.10.1993) Το Ενοριακό Κέντρο βρίσκεται στη νοτιοανατολική πύλη του Ντύσσελντορφ, δίπλα ακριβώς στην έξοδο D-Eller της Α46 και πάνω στο σημείο συνάντησης των συνοικιών: Eller - Reisholz - Hassels της πόλεως. Πρόκειται για οικόπεδο επτάμισυ περίπου στρεμμάτων που αποτελεί ουσιαστικά μια νησίδα μέσα σε τέσσερις δρόμους, τρεις δημόσιους με πολλή κυκλοφορία και έναν ιδιωτικό. Η βόρεια και μέρος της δυτικής πλευράς του χωρίζονται από την Α46 με προστατευτικό για το θόρυβο τσιμέντινο φράγμα που καταλήγει από την πλευρά μας σε επικλινή θαμνοφυτευμένη επιφάνεια. Κάτω από το οικόπεδο και με κατεύθυνση από τη ΒΑ προς τη ΝΔ γωνία βρίσκεται κλειστό κανάλι με φυσική και μόνιμη ροή νερού που φέρνει δροσιά και πάπιες. Το τμήμα του οικοπέδου που εκτείνεται μεταξύ της βόρειας πλευράς του Ενοριακού Κέντρου και του προστατευτικού τείχους είναι στρωμένο με ειδικά πλακίδια και αποτελεί το φωτιζόμενο και φυτευμένο μέ πλατάνια και τρεις καρυδιές χώρο στάθμευσης για εκατό (100) περίπου αυτοκίνητα.
Το σύνολο της οικοδομής είναι χτισμένο με κόκκινα πυρότουβλα και αποτελείται από την Εκκλησία στη ΝΑ γωνία του οικοπέδου και το Κέντρο στην προέκτασή της προς τα δυτικά μετά από μια ευρύχωρη αυλή. Η σταυροειδής Εκκλησία με τον υπερυψωμένο βελανοειδή τρούλλο και τον μεγάλο επίχρυσο Σταυρό είναι ορατή από κάθε κατεύθυνση και από πολύ μακριά. Στη νότια πλευρά της στέκεται τό μικρό μεταλλικό καμπαναριό με μια μεγάλη καμπάνα και λίγο πιο πίσω «το Δένδρο του Πατριάρχη».

δ) Δεσμοί με το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Η ειδική αναμνηστική πλάκα και το έλατο που μας εφύτευσε υπενθυμίζουν τη Θεία Λειτουργία του σημερινού Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου στις 24. 10. 1993 στην Εκκλησία μας. Οι τρεις μεγάλοι μεταπολεμικοί Οικουμενικοί Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως σημαδεύουν το Ενοριακό μας Κέντρο.
Ως σύνολο είναι αφιερωμένο στον αείμνηστο Πατριάρχη Αθηναγόρα.
Στην καμπάνα αναγράφεται η ημερομηνία της Θείας Λειτουργίας, που επρόκειτο να γίνει αλλά δεν έγινε λόγω αιφνίδιας εκδημίας του, από τον Μακαριστό Πατριάρχη Δημήτριο - 20.10.1991.

Την Θεία Λειτουργία του σημερινού (1913) Οικουμενικού Πατριάρχου στον ναό μας στις 23.10.1993 υπενθυμίζουν:
ειδική επιγραφή σε μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο του Ενοριακού Κέντρου.
Έλατο που φύτεψε ο ίδιος στην νοτιοανατολική γωνία του οικοπέδου μας.
Η εικόνα του Αποστόλου Βαρθολομαίου πάνω από τον επισκοπικό θρόνο στην νοτιοανατολική γωνία του ναού μας.
Η επίσκεψή του ως Γέροντος Μητροπολίτου Φιλαδελφείας κατά το διάστημα ανεγέρσεως του ναού μας.( βλέπε το μεσαίο πρόσωπο στην παραπάνω φωτογραφία σ΄αυτή τη σελίδα, στην παράγραφο β) Θεμελίωση).

ε)   Από 1.08.11 συνυπηρετεί στην Ενορία και ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Θεοφάνης Λάππας.