ΟΙ  ΤΡΕΙΣ  ΙΕΡΑΡΧΕΣ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΑΣΚΗΤΙΚΟ  ΗΘΟΣ
ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ  

(Ὁμιλία στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Ντύσσελντορφ ἀπό την φιλόλογο και Διευθύντρια τοῦ Γυμνασίου Ντύσσελντορφ, Βάννα Πασούλη)
Κυριακή, 30 Ἰανουαρίου 2011

Θεοφιλέστατε, αἰδεσιμολογιότατε πατέρα Ἰωάννη, σεβαστοί πατέρες, ἀξιότιμοι κύριοι Γενικέ Πρόξενε, κύριε Συντονιστά Ἐκπαίδευσης, Κυρίες και Κύριοι
Στήν ἐποχή τῆς παγκοσμιοποίησης καί τῆς μετανεωτερικότητας, στήν κοινωνία τῶν νέων ταχυτήτων τοῦ διαδικτύου καί τῆς σύγχρονης τεχνολογίας, στόν καινούργιο κόσμο πού ἀνατέλλει χάρις στά έπιτεύγματα τῆς βιοτεχνολογίας καλούμαστε σήμερα, 17 αίῶνες ἀφότου ἔζησαν καί ἔδρασαν μοναδικά οἱ «τρεῖς μέγιστοι φωστῆρες τῆς τρισηλίου θεότητος» νά ἑορτάσουμε μίαν ἐπέτειο πού συνδέει τήν Παιδεία μαζί τους. Καί αὐτό ὡς ἀπόρροια μιᾶς βαθύτερης πνευματικῆς καί πολιτισμικῆς σχέσης, πού συνδέεται μέ τήν ταυτότητα καί τήν ἱστορική συνείδηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Παραδεχόμαστε, δηλαδή, ὅτι αὐτό πού ὀνομάζουμε Παιδεία Ἑλληνική στηρίχτηκε σέ δύο ἄξονες: στον ὀρθολογισμό, στή σπουδή δηλαδή τῆς ἑλληνικῆς σκέψης ὅπως θεμελιώθηκε στά μεγάλα κείμενα τῶν διανοητῶν τῆς ἀρχαιότητας καί στή σπουδή τῆς Χριστιανικῆς Ὀρθόδοξης πίστης, ὅπως θεμελιώνεται στή διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καί ἑρμηνεύεται στά μεγάλα κείμενα τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, στά κείμενα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Καί οἱ τρεῖς τους ὑπῆρξαν πρωτοπόροι στή ζωή καί στή δράση τους καί ἐφάρμοσαν στό ἔπακρο τό ψαλμικό «δράξασθαι παιδείας». Παρόλο πού κατάγονταν ἀπό χριστιανικά περιβάλλοντα, τόλμησαν νά σπουδάσουν ὅλη τή θύραθεν παιδεία τῆς ἐποχῆς τους στίς εἰδολολατρικές σχολές πού λειτουργοῦσαν ἀκόμη. Ὁ Μέγας Βασίλειος σπούδασε στίς φημισμένες σχολές τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τῶν Ἀθηνῶν. Στήν Κωνσταντινούπολη γνώρισε καί μαθήτευσε στόν περιβόητο Λιβάνιο, ὅπου ἀργότερα θά μαθητεύσει καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Στήν Ἀθήνα ἔμεινε γύρω στά τέσσερα χρόνια, τρυγώντας σάν τή μέλισσα τό μέλι μονάχα, ἀπ’ τά ποικιλώνυμα ἄνθη τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας κι ἐπιστήμης. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ ὁποῖος συνδέθηκε μαζί του με μακροχρόνια καί ἀληθινή φιλία, μᾶς λέει, στόν ἐπιτάφιο πού ἔγραψε γιά τόν Μέγα Βασίλειο πώς, ἐκτός ἀπό τή φιλοσοφία καί τή ρητορική σπόύδασε στήν Ἀθήνα καί ἐπιστῆμες ἄλλες ὅπως ἀστρονομία, μαθηματικά καί ἰατρική.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἔλαβε πανεπιστημιακή ἕδρα στήν Ἀθήνα ἐνῶ  ἦταν ἀκόμη φοιτητής. Τόση ἦταν ἡ ἐπίδοσή του πού οἱ καθηγητές του ἤθελαν νά τόν κρατήσουν γιά πάντα στήν Ἀθήνα. Δίδαξε μόνο γιά δύο χρόνια καί κατόπιν ἔφυγε μαζί μέ τόν Βασίλειο γιά τήν πατρίδα του, τόν Πόντο, γιά νά γνωρίσει τήν ἀσκητική ζωή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔλαβε πανεπιστημιακή μόρφωση στή μεγάλη σχολή τῆς Ἀντιόχειας. Ὁ δέ ἐπιφανής εἰδωλολάτρης ρήτορας Λιβάνιος, ὅταν στά τέλη τῆς ζωῆς του ρωτήθηκε γιά τό πρόσωπο πού θα μποροῦσε νά τόν διαδεχθεῖ ὡς καθηγητής στή σχολή του, ἀπάντησε ὅτι θά ὅριξε τόν Χρυσόστομο ἄν δέν τόν εἶχαν κερδίσει οἱ χριστιανοί.

Ἡ παιδεία τους ἦταν στηριγμένη στα ἀρχαῖα ἑλληνικά κείμενα. Δεν προσπάθησαν να πείσουν ὅμως, ὅπως ἔκαναν οἱ ἀπολογητές, ὅτι τά ἀρχαῖα κείμενα ἤ ὁρισμένα ἀπό αὐτά ἦταν μιά προετοιμασία γιά τόν χριστιανισμό. Εἶχαν ξεκάθαρη ἄποψη, ἦταν σίγουροι γιά τήν πίστη τους ἀλλά καί σίγουροι γιά τήν ἀξία τῶν κλασικῶν κειμένων. Καί αὐτό φαίνεται ἀπό τόν τρόπο πού ἀντιμετωπίζουν τόν ἀρχαῖο κόσμο στό σύνολό του καί τό πόσο ἀγαποῦν αὐτά τά κείμενα τόσο γιά τίς ἰδέες πού ξεπηδοῦν ἀπό αὐτά, ὅσο, κυρίως, γιά τήν ὀμορφιά τους καί τήν απόδοση τῶν ἀρετῶν τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ὅταν ἀναφέρεται στόν πλοῦτο καί τόν χρυσό, ἀντί νά ἀνατρέχει στήν Ἁγία Γραφή, ἀναφέρεται στούς δύο μεγάλους γλύπτες τῆς ἀρχαιότητας, τόν Φειδία καί τόν Ἀλκαμένη καί τά χρυσελεφάντινα ἀγάλματα τοῦ Διός στήν Ὀλυμπία καί τῆς Ἥρας στό Ἄργος. Συγκεκριμένα, σημειώνει γιά τούς σπουδαίους αὐτούς καλλιτέχνες ὅτι, ἄν καμάρωναν γιά τό χρυσό καί τό ἐλεφαντόδοντο πού τοποθέτησαν ἐκεῖ θἀ ἦταν καταγέλαστοι, ἀνόητοι, γιατί γνώριζαν αὐτοί ὅτι ἡ τέχνη τους ἦταν πιό ἄξια ἀπό τόν χρυσό καί τό ἐλεφαντόδοντο , καί ἡ τέχνη τους ἦταν αὐτή πού ἔκανε τόν χρυσό πολυτιμότερο καί ὡραιότερο. Καί ὁ Γρηγόριος, σέ ἀνάλογη περίπτωση, σέ καθαρῶς ἐκκλησιαστικό κείμενο, ἀναφέρεται στους μεγάλους ζωγράφους τῆς ἀρχαιότητας, ἐπί παραδείγματι στον Ζεύξη. Ἐπομένως, εἶναι προφανές ὅτι χρησιμοποιοῦν ἄριστα την γλώσσα, ἀλλά παράλληλα γνωρίζουν καί ἐκτιμοῦν τίς ἰδέες καἰ τήν ὀμορφιά τῶν ἀρχαίων κειμένων.  Τήν βαθειά ἐπιρροή τῆς ἀρχαίας σκέψης τήν βρίσκουμε καί στή χρήση τῶν δύο βασικῶν ἐννοιῶν «ἄνθρωπος»-ὅπως χρησιμοποιεῖται στή σπουδαία φράση τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ «ὁ μικρός οὗτος κόσμος- ὁ ἄνθρωπος» καί «ἔλεος».  Ἐξετάζοντας τά κείμενά τους έκτός ἀπό τή βιβλική ἄποψη τοῦ «ἐλέους τοῦ Θεοῦ» ὑπάρχει βαθύτατα και ἡ ἔννοια  τοῦ ἐλέους τῆς τραγωδίας. Σέ ἄλλο κείμενο τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ φαίνεται αὐτή ἡ ἀναγωγή, ὅταν ἀναφέρεται μέ ὅρους καθαρά ἀριστοτελικούς στά δεινά τῆς ζωῆς  ἤ ὅταν ἐκφράζει τήν ἄποψη ὅτι πολλοί μύθοι ἀπό τίς μεγάλες οἰκογένειες τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν μύθων-καί παίρνει ὡς παράδειγμα τήν οἰκογένεια τῶν Ἀτρειδῶν- ἀναπλάσθηκαν, προκαλώντας μιά ἡδονή πού μᾶς παραπέμπει στόν Ἀριστοτέλη. Ὅσο ἀπρόβλεπτη εἶναι ἡ ζωή γιά τούς τραγικούς, ἔτσι ἀντιμετωπίζεται καί ἀπό τούς τρεῖς Ἱεράρχες, μόνο πού οἱ τελευταῖοι μεταφέρονται ἀπό τόν κόσμο τῆς τραγωδίας στόν κόσμο τῆς σωτηρίας, έκεῖ ὅπου τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ ὅλα νά τά καλύψει καί νά τά ἁγιάσει.

Μεγάλοι Δάσκαλοι και Παιδαγωγοί

Ἀναφερόμενοι στήν Παιδεία
καί τήν ἀγωγή οἱ τρεῖς αὐτοί παιδαγωγοί ἔχουν προτάσεις ἀξιοζήλευτες καθώς μποροῦν να συγκριθοῦν μέ τίς πιό προωθημένες τῆς ἐποχῆς μας στούς τομεῖς τῆς Παιδαγωγικῆς καί Ψυχολογίας. Τό ἀξίωμα τοῦ δασκάλου  «εἶναι μέγα και θαυμαστόν»(ΜG 48,650)‚ἀναφέρει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ὁ καλός δάσκαλος ἐμπνέει περισσότερο ἀπό τόν φυσικό πατέρα, προσελκύει καί πείθει(MG 62,213). Ἀποδοτική γίνεται ἡ διδασκαλία ὅταν ὁ δάσκαλος ἀγαπᾶ τόν μαθητή καί ἀγαπιέται ἀπ’αὐτόν, «τό φιλεῖν καί φιλεῖσθαι», ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει(57,327). Ὁ λόγος τοῦ  δασκάλου πρέπει να εἶναι «λόγος ἀνθρώπου  πού διδάσκει μᾶλλον παρά ἐλέγχει, πού παιδαγωγεῖ παρά τιμωρεῖ, πού βάζει τάξη παρά πού διαπομπεύει, πού διορθώνει παρά πού ἐπεμβαίνει στη ζωή τοῦ ἄλλου»(MG 61,593-594).
Τό διδασκαλικό ἀξίωμα δέν εἶναι τιμή, ἀλλά ε ὐ θ ύ ν η, «γιατί εἶναι διαφορετικό νά σφάλλει ὁ μαθητής καί διαφορετικό νά σφάλλει ὁ δάσκαλος»(MG 50,726. 60,37). Δέν μπορεῖ οὔτε τήν ἀπειρία να ἐπικαλεστεῖ, οὔτε νά προφασιστεῖ ἄγνοια, οὔτε να προβάλει ὡς δικαιολογία τήν ἀνάγκη καί τήν βία…Γ’ αὐτό τό σκοπό ἀνέβηκε στό διδασκαλικό θρόνο, γιά νά σαλπίζει στούς ἄλλους τήν ἀλήθεια. (MG 48,678).
Ὁ Μέγας Βασίλειος, τόν ὁποῖο ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός ἀποκαλεῖ    παιδαγωγό τῆς νεότητος, ἀναφέρει ὅτι ἐπειδή τό γένος τῶν ἀνθρώπων εἶναι δυσάγωγον πρός ἀρετήν  καί ἐπιρρεπές πρός ἡδονήν γιά  νά γίνεται μέ εὐχάριστο τρόπο ἡ διδασκαλία καί τά διδάγματα νά παραμένουν στή μνήμη τῶν μαθητῶν καί  τῶν πλέον ὀκνηρῶν ἀκόμη, καλό εἶναι νά συνοδεύονται ἀπό τούς Ψαλμούς. Τό μέλος τῶν Ψαλμῶν ἐπινοήθηκε ὥστε τά  παιδιά καί οἱ ἔφηβοι νά νομίζουν ὅτι τραγουδοῦν στήν πραγματικότητα δέ νά ἐκπαιδεύουν τίς ψυχές τους. Στό δέ ἔργο του «Πρός τούς νέους ὅπως ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο γραμμάτων» χαράσσει τή μέση ὁδό μετάξύ τῆς ὑπερεκτιμήσεως τῆς θύραθεν παιδείας καί τῆς ἀπορρίψεώς της. Θεωρεῖ τήν κλασική παιδεία ὡς προθάλαμο γιά τήν εἴσοδο στήν ἀληθινή σοφία, δηλαδή τήν εὐαγγελική ἀλήθεια.
Στό βιβλίο του «Εἰς την ἀρχή τῶν Παροιμιῶν» λέγει ὅτι ὁ δάσκαλος πρέπει νά εἶναι σαφής, νά μήν ὁμιλεῖ συγχρόνως γιά πολλά πράγματα, νά ἐπαναλαμβάνει αὐτά πού λέει καί νά χρησιμοποιεῖ πολλά παραδείγματα καί ἐποπτικά μέσα δεδομένου ὅτι τά πράγματα εἶναι τῶν ὀνομάτων ἰσχυρότερα. Ὑπογραμμίζει δέ καί τήν σημασία τῶν ἀμοιβῶν «ὥστε μετά τερπνότητος καί ἀνέσεως ἀλύπως» νά ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός τῆς Παιδείας πού εἶναι μετάληψις ἁγιότητος.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος θεωρεῖ  “τήν παίδευσιν τῶν παρ’  ἡμῖν ἀγαθῶν εἶναι τό πρῶτον. Καί ἐννοῶ, συμπληρώνει,παίδευσιν τήν σοφίαν ὄχι τῶ λόγω λαμπρυνομένη ἀλλά τῶν ἔργων ἐλεγχομένη».
Συνοψίζοντας, θά σημειώναμε ὅτι τά βασικά στοιχεῖα τῆς Παιδείας κατά τους Τρεῖς Ἱεράρχες εἶναι: ἡ διά τῆς ἀγάπης καί ἐλευθερίας μετάδοση τῆς γνώσεως καί ἡ ἀνάπτυξη τῆς προσωπικότητας τοῦ μαθητῆ. Μέ μιά λέξη  ὁ σεβασμός τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου.  «Ὅτι πρόκειται ἡμῖν ὁμοιωθῆναι Θεῶ, κατά τό δυνατόν ἀνθρώπου φύσει. Ὁμοίωσις δέ οὐκ ἄνευ γνώσεως ἡ δέ γνῶσις ἐκ διδαγμάτων».

Σχετικά μέ τήν διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ πολύ ἀξιόμισθους ἀπό τόν Θεό τούς γονεῖς πού δίνουν καλή ἀνατροφή στά παιδιά τους. «Δέν θά πάψω νά σᾶς παρακαλῶ, νά σᾶς ἰκετεύω καἰ νά σᾶς ἐξορκίζω, ὥστε πρίν ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα ἔργα σας νά φροντίζετε γιά τή σωστή ἀγωγή τῶν παιδιῶν σας. Ἀνάθρεψε τό παιδί σου μέ τέτοιο τρόπο ὥστε νά γίνει ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ(MG 62,546).Ἀλλοῦ ὅμως λέει ὅτι  ´´ἡ αἰτία τῆς διαστροφῆς τῶν παιδιῶν δέν εἶναι καμιά ἄλλη παρά ἡ μανία τῶν γονέων γιά τά βιοτικά πράγματα γιατί, στηρίζοντας τίς ἐλπίδες τους μόνον σ’ αὐτά, δέ θέλουν νά ἀσχοληθοῦν μέ τίποτε ἄλλο πνευματικότερο ἔτσι ἀναγκάζονται νά ἀμελοῦν καί τά παιδιά καί τήν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς τους’’.
Ὅμως, παρά τίς θυσίες καί τόν ἀγῶνα γιά τίς βιοτικές μέριμνες τά ἀφήνουν πεινασμένα μή προσφέροντας στίς ψυχές τους τροφή. Καί συνεχίζει: Αἰτία ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ πλεονεξία , ἡ ἔλλειψη τοῦ μέτρου. Γιατί, ἄν ἐπιδιώκαμε μόνον τά ἀπαραίτητα, τό  ἀνθρώπινο γένος θά εἶχε ἀπαλλαγεῖ ἀπό μεγάλη ἀρρώστια.


ΤΟ ΑΣΚΗΤΙΚΟ ΤΟΥΣ ΗΘΟΣ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ  ΤΟΥΣ  ΑΓΩΝΕΣ


Ὑπῆρξαν καί οἱ τρεῖς ἀσκητές. Ἀπαρνήθηκαν τά πλούτη καί τούς τίτλους πού τούς ἐξασφάλισαν οἱ εὐγενεῖς καταγωγές τους καί ἡ φήμη τους.. Ἔζησαν καί ἔδρασαν μέ πρωτοφανή αὐτοθυσία κοντά στούς φτωχούς καί κατατρεγμένους. Ὑπῆρξαν στήν πράξη κοινωνικοί ἐπαναστάτες. Δέν φοβήθηκαν τήν ἐξουσία, ἦρθαν ἀντιμέτωποι μαζί της, ἀπειλήθηκαν, ἐξορίστηκαν, ἀλλά στάθηκαν ἀκλόνητοι στό ἐργο τους. Ἀφοῦ δοκίμασαν τίς ἀντοχές τῆς σχέσης τους μέ τό Θεό  στήν ἔρημο, ἔδωσαν αἷμα καί ἔλαβαν πνεῦμα, ἐπέστρεψαν στόν κόσμο, στό ποίμνιό τους ὅπου ὡς καλοί ποιμένες θυσίασαν τή ζωή τους ὑπέρ τοῦ ποιμνίου τους. Ἀφουγκράστηκαν τή φωνή τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ τους ὡς ἄλλοι Πέτροι: «Ἀγαπᾶς με; ποίμανε τήν ποίμνην μου». Και ἔγιναν ἐπίσκοποι ὄχι δεσπότες.
Καί ρίχτηκαν στόν ἐκκλησιαστικό ἀγῶνα, δηλαδή στόν κοινωνικό ἀγῶνα ἐνάντια στήν ἐξουσία, στόν παράνομο πλουτισμό, στήν πλεονεξία, στήν καταπίεση  σ΄ ὅλα ὅσα προκαλοῦν τήν κοινωνική ἀδικία.  Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος λέει στο Περί φιλοπτωχίας ἔργο του: «Οἱ κοινωνικές  ἀνισότητες δέν  εἶναι θέλημα  Θεοῦ. Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἐλεύθερο….  Μέ τήν  πτώση θρυμματίστηκε ἡ ἀρχική ἑνότητα καί ἰσοτιμία μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, οἱ θρασύτεροι μέ τή βοήθεια τοῦ πολιτικοῦ νόμου, τόν ὁποῖο κατέστησαν ὄργανο καταδυναστεύσεως, ἐπιβλήθηκαν στούς ἀσθενέστερους καί ἔτσι οἱ ἄνθρωποι χωρίστηκαν σέ πλούσιους καί φτωχούς, ἐλεύθερους καί δούλους καί σέ πολλές ἄλλες κατηγορίες. Ἐμεῖς ὅμως, ὡς χριστιανοί ὀφείλουμε νά ἀποβλέπουμε καί νά τείνουμε στήν ἀρχική ἑνότητα καί ὄχι στην κατοπινή διαίρεση, στό νόμο τοῦ Θεοῦ καί ὄχι στό νόμο τοῦ ἰσχυροῦ», (Περί Φιλοπτωχίας ΡG 35, 892 A B).
Οἱ κοινωνικές τους θέσεις εἶναι τόσο ριζοσπαστικές καί ἄκρως ἐπίκαιρες σάν νά γράφτηκαν τώρα, στίς κρίσιμες αὐτές μέρες πού ζοῦμε. Ὁ Νικόλας Μπερντιάεφ ἕνας μεγάλος Ρῶσος διανοητής τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα ἀναφέρει: «στόν Μεγάλο Βασίλειο ὅπως καί στόν Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο ἡ κοινωνική ἀδικία, δημιούργημα τῆς κακῆς διανομῆς τοῦ πλούτου κριτικάρεται μέ μιά δριμύτητα πού θά ἔκανε τόν Προυντόν καί τόν Κάρλ Μάρξ νά χλωμιάσουν».
Ἡ μανία τοῦ πλούτου και τά συμφέροντα τῶν ἰσχυρῶν εὐθύνονται για την κατάντια τῶν κοινωνιῶν, τήν πείνα, τήν ἐξαθλίωση, τήν ἀποθηρίωση τοῦ ἀνθρώπου. Γράφει ἐπ΄ αὐτοῦ ὁ Μέγας Βασίλειος «ἕως πότε θά κυβερνᾶ ὁ πλοῦτος πού εἶναι ἡ αἰτία τοῦ πολέμου»; Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Οἱ πόλεμοι γίνονται ἀπό τόν ἔρωτα γιά τά χρήματα». Τέλος, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος συμπληρώνει: «Μητέρα τῶν πολέμων εἶναι ἡ πλεονεξία, οἱ πόλεμοι με τη σειρά τους γεννοῦν την ὑψηλή φορολογία, πού εἶναι ἡ αύστηρότατη καταδίκη τῶν πολιτῶν».(ΒΕΠ 59,141).

Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ

Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι αὐτό  πού ὀνομάζουμε σήμερα παγκόσμια οἰκονομική κρίση εἶναι κυρίως κρίση τῶν ἠθῶν. Ἡ οἰκονομία ἀναφέρεται στήν πολιτική μέ τόσο ἄμεσο τρόπο πού δικαίως τιτλοφορεῖται Πολιτική Οἰκονομία, ἀφοῦ οἱ οἰκονομικές ἐπιλογές ἔχουν πολιτικό χαρακτήρα. Μαζί ὅμως  μέ τήν οἰκονομία καί τήν πολιτική συνυπάρχει ἡ ἠθική, δηλαδή ἡ θεωρία τοῦ ἤθους, τοῦ τρόπου συμπεριφορᾶς μας ἐντός τῆς ζωῆς.
Ἡ ἠθική εἶναι συνισταμένη τῆς πολιτικῆς καί τῆς οἰκονομίας. Τά δύο αὐτά μείζονα μεγέθη τῆς ζωῆς μας εἶναι δύο συνιστῶσες τῆς ἠθικῆς. Μόνον στόν ὁρίζοντα τῆς ἠθικῆς εἶναι δυνατόν νά τεθοῦν ὀρθά καί νά ἀπαντηθοῦν σωστά ὅλα τά μεγάλα ἐρωτήματα τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας ἀνέκαθεν.
Μιά τέτοια τοποθέτηση φαντάζει σάν δῆθεν ἰδεαλιστική, ρομαντική ἤ οὐτοπική. Δέν ἀληθεύει ὅμως κάτι τέτοιο. Καί αὐτό ἀποδεικνύεται περίτρανα σήμερα μέ τήν καλπάζουσα οἰκονομική κρίση πού ἐπέρχεται στήν ὑφήλιο καί ἐνσκήπτει σάν πανδημία σαρώνοντας χρηματιστήρια, τράπεζες, ἑταιρεῖες, κυβερνήσεις καί λαούς.
Ποιά μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἠθική ἀντιμετώπιση  τῆς οἰκονομικῆς κρίσης; Χρειαζόμαστε ἐπειγόντως μιάν ἀσκητική ἠθική τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας. Πρόκειται γιά τόν ριζικό ἐπαναστοχασμό ἐπιλογῶν, προτεραιοτήτων και ἱεραρχήσεων τοῦ οἰκονομικοῦ μας βίου στό φῶς τῆς ἀσκητικῆς ἐμπειρίας χιλιετιῶν ἀπό ὅλες τίς πανάρχαιες παραδόσεις τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ. Ὡς ἀσκητική στό ἐπίπεδο τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας δέν νοεῖται καμιά θρησκευτική πραγμάτωση τοῦ βίου μας οὔτε ὑπονοεῖται κάποια φυγή άπό τόν κόσμο, μήτε καμιά ἀποφυγή τοῦ πολιτισμοῦ μας.
Ἀσκητική εἶναι το ἦθος τῆς αὐτοκυριαρχίας, ἡ πρακτική τῆς αὐτοσυγκράτησης, ἡ τεχνική τοῦ αὐτοελέγχου τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς καί τό ἦθος τῆς αὐτάρκειας στήν καθημερινή μας ζωή.
Σύμφωνα με τον Κάρλ Φρήντριχ φόν Βάϊτσαίκερ (Carl Freidrich von Weizsäcker 1912-2003): «Το ἠθικό πρόβλημα τῆς ἀσκητικῆς συνίσταται στή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τά διαθέσιμα ἀγαθά καί ὄχι μέ τήν ἔλλειψή τους. Δέν εἶναι ἡ φτώχεια ἀλλά ὁ πλοῦτος πού θέτει τέτοιο πρόβλημα. Δέν εἶναι σύμπτωση ὅτι ἡ διαμόρφωση ἀσκητικῶν ἰδεωδῶν συνδυάζεται μέ τήν ἐξέλιξη ἀνωτέρων εἰσοδηματικῶν κλάσεων…Τά ἀσκητικά ἰδεώδη τῶν προφητῶν τῆς Βίβλου, τῶν φιλοσόφων τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας_ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας θα προσθέταμε ἐμεῖς_ἀναδεικνύονται, ὅταν διαβάζει κανείς τά ἀρχαῖα κείμενα καί ἀντιληφθεῖ ὅτι ἐπρόκειτο για κίνημα διαμαρτυρίας τῶν διανοουμένων ἐναντίον τῆς τότε ἀκμάζουσας πρακτικῆς τῆς οἰκονομίας».
Πιό συγκεκριμένα θα μπορούσαμε νά ἐπισημάνουμε μερικά σημεῖα τῆς σύγχρονης ἀσκητικῆς ἠθικῆς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας:
1.    Ἀ ν ά π τ υ ξ η, π ο σ ό τ η τ α καί π ο ι ό τ η τ α. Σίγουρα χρειαζόμαστε την ἀνάπτυξη , ἀλλά ὄχι τήν ποσοτική. Δέν ἐνδιαφέρει πλέον ἡ αὔξηση ἀγαθῶν, πόρων καί ὑπηρεσιῶν, ἀλλά προέχει ἡ ἀναβάθμιση τῆς ποιότητας τῆς ζωῆς μέ τήν ἀειφόρο ἀνάπτυξη σέ οἰκολογική ἰσορροπία καί κοινωνική δικαιοσύνη.
2.    Κ α τ α νά λ ω σ η, π α ρ α γ ω γ ή, καί  ἀ ν α π α ρ α γ ω γ ή.
Ἰδεῶδες δέν μπορεῖ πιά νά εἶναι ἡ αὔξηση τῆς κατανάλωσης  τῶν ἀγαθῶν. Ἡ παραγωγικότητα ἀποτελεῖ τόν αὐθεντικό μοχλό τῆς οἰκονομίας. Ἡ παραγωγή ἀψύχων ἀγαθῶν πρέπει νά εἶναι στήν ὑπηρεσία τῆς ἀναπαραγωγῆς ἐμψύχων ὑποκειμένων τῆς ἱστορίας, δηλαδή ἀνθρώπων. Τό δημογραφικό πρόβλημα εἶναι τό ὑποπροϊόν τοῦ ἀσύδοτου καταναλωτισμοῦ καί ἡ παρενέργεια τῆς ἀντιπαραγωγικότητας.
3.    Ἐ π ά ρ κ ε ι α,  α ὐ τ ά ρ κ ε ι α , ὀ λ ι γ ά ρ κ ε ι α. Ἀπόλυτη
ἐπάρκεια πόρων εἶναι ἀνύπαρκτη, ἀφοῦ ἀποτελεῖ  σχετικό
μέγεθος καθοριζόμενο ἀπό τήν κοινωνία. Ἡ αὐτάρκεια 
προϋποθέτει ὀλιγάρκεια κι αὐτή μέ τήν σειρά της
ἐπιτυγχάνεται μόνο ἀπό τό ΄ἀσκητικό ἦθος τῆς ἐλεύθερης,
ἐκούσιας καί συνειδητῆς αὐθυπέρβασης τῆς φιλαυτίας πρός
χάριν τῆς φιλαλληλίας. Ὀ ἀλτρουϊσμός ἀντί γιά τόν
ἀτομικισμό μπορεῖ νά σώσει τήν κοινωνία μας.

Ἄς ἀναρωτηθοῦμε για ἄλλη μια φορά προς τι ἡ εὐμάρεια; Ποιές εἶναι οἱ πραγματικές ἀνάγκες μας, ἀλλά καί ποιές ΄οἱ ἀληθινές, οἱ αὐθεντικές ἀξίες τῆς ζωῆς;  Μιά μεγάλη ἀντίθεση παρουσιάζεται μπροστά μας: ἀπό τό ἕνα μέρος ἄμετρη, ἀχαλίνωτη, προκλητική ἐπιζήτηση πλουτισμοῦ, καταναλωτισμός, πολυτέλεια, ἐπίδειξη καί ἀπό τό ἄλλο ἀκραία, ἔσχατη πενία καί ἔνδεια. Αἰτίες; ἡ ἀπαιδευσία, ὁ ἀτομικισμός, ὁ ὠχαδερφισμός, ἡ  δυσλειτουργία τῶν θεσμῶν. 
Καί ποιό εἶναι τό στρατήγημα τοῦ καταναλωτισμοῦ;  Ὁ ὑλικός εὐδαιμονισμός πού θεωρεῖ τά εἴδη πολυτελείας προϋποθέσεις εὐζωϊας καί ἐπομένως τό περιττό μετατρέπεται σέ ἀναγκαῖο. Καί αὐτό ὁδηγεῖ στήν δημιουργία τοῦ «μονοδιάστατου ἀνθρώπου» κατά τόν Μαρκοῦζε ἤ στήν «ἀποξένωση» (ἀλλοτρίωση), ὅπως χαρακτηριστικά λέει ὁ Π.Π. Παζολίνι: «Ὁ καταναλωτισμός εἶναι αὐτό πού θεωρῶ καινούργιο φασισμό. Τώρα πού μπορῶ νά κάνω μιά σύγκριση, καταλαβαίνω κάτι πού θά σοκάρει πολλούς ὅπως σόκαρε κι ἐμένα: ὅτι ἡ φτώχεια  δέν εἶναι τό χειρότερο κακό, οὔτε ἡ ἐκμετάλλευση. Δηλαδή, τό μεγάλο κακό τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι οὔτε ἡ φτώχεια οὔτε ἡ ἐκμετάλλευση, ἀλλά ἡ ἀπώλεια τῆς ἀνθρώπινης ἀτομικότητας κάτω ἀπό το κράτος τοῦ καταναλωτισμοῦ».
Ἀλλά πρωτύτερα ἀπό τόν Μαρκοῦζε καί τόν Παζολίνι προειδοποιοῦσε ἤδη ὁ Ἅγιος τῶν γραμμάτων μας κυρ-Ἁλέξανδρος Παπαδιαμάντης:  «ἡ πλουτοκρατία ἦτο, εἶναι καί θά εἶναι ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ ἀληθής ἀντίχριστος. Αὕτη γεννᾶ τήν ἀδικίαν, αὕτη τρέφει τήν κακουργίαν, αὕτη φθείρει σώματα καί ψυχάς. Αὕτη παράγει τήν κοινωνικήν σεπηδόνα. Αὕτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγεῖς».
Καί ἕνας ἄλλος ταπεινός τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων μας, ὁ Φώτης Κόντογλου, γράφει:
«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σέ ὅλα ἀχόρταγος. Θέλει νά ἀπολάψη πολλά, χωρίς νά μπορῆ νά τά προφτάξη ὅλα. Καί βάσανίζεται. Ὅποιος ὅμως φτάξει σέ μιά κατάσταση πού νά ευχαριστιέται μέ τά λίγα καί νά μή θέλη πολλά, ἔστω καί ἀπό οἰκονομία νά τά’ἀποχτήση, ἐκεῖνος λοιπόν εἶναι ὁ εὐτυχισμένος. Δέν τό κάνει ἀπό οἰκονομία, οὔτε γιατί ἔχει τήν ἰδέα πώς τά πολλά τόν βλάφτουνε στήν ψυχή ἤ στό σῶμα. Ἀλλά γιατί στά λίγα καί στά ἁπλά  βρίσκει πιό ἁγνή ἰκανοποίηση.Καί περισσότερο ἀπ’  ὅλα, ἐπειδή με τά ἁπλά καί μέ τά λίγα δέν χάνει τόν ἑαυτό του.Τ ίς ἐστί πλούσιος; Ὁ ἐν ὀλίγω ἀναπαυόμενος».
«Πολλά δέν θέλει ὁ ἄνθρωπος νά’ ν’ ἥμερος, να’ν’ ἄκακος.
Λίγο ψωμί, λίγο κρασί, Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση», λέει ὁ νομπελίστας ποιητής μας Ὀδυσσέας Ἐλύτης.
Γιά τόν ἄνθρωπο πού ἀπολαμβάνει διαρκῶς μιάν ἐξαιρετική, πνευματικά ἔξοχη ἀτομικότητα, οἱ περισσότερες ἀπό τίς γενικά ἐπιζητούμενες ἀπολαύσεις εἶναι τελείως περιττές, καί ἐπιπλέον ὀχληρές καί ἐπιβαρυντικές. Γιά τοῦτο, ὁ Σωκράτης, ὅταν εἶδε νά πουλοῦν στην ἀγορά εἴδη πολυτελείας, εἶπε: «Πόσο πολλά πράγματα ὑπάρχουν πού δέν τά ἔχω ἀνάγκη!».

Καί τί θά μπορούσαμε νά ποῦμε σήμερα στά παιδιά μας μέσα στό σημερινό ἐκπαιδευτικό σύστημα ὅπου ἀναγκάζονται να ἀπομνημονεύουν ξερές καί ἀνούσιες, χωρίς ἠθικό ἀντίκρυσμα γνώσεις, πού δέν πείθουν γιά τήν ἀξία τους καί τίς πςερισσότερες φορές δέν ἔχουν πρακτική ἀφαρμογή στή ζωή τους; Γιά ποιά ζωή τά ἑτοιμάζουμε, πού ἔχουμε ἀποδυθεῖ μαζί τους σ’ ἕναν ἀγῶνα δρόμου ἀμφιβόλου ἐκβάσεως, προπονώντας τα νά γίνουν πρωταθλητές, νά εἰσαχθοῦν σέ κάποια ‘καλή σχολή’ γιά νά ἐνσαρκώσουν ἴσως τά ὄνειρα τῶν γονιῶν τους καί νά μποῦν κι ἐκεῖνα στό μαγγανοπήγαδο πού συνθλίβει ἰδιαιτερότητες, ταλέντα, ὄνειρα… Οἱ πιό σκληρά ἐργαζόμενοι, κατά κάποιες ἐκτιμήσεις. Ἀπό τό ἑπτάωρο τοῦ σχολείου στό ἀπαιτητικό πρόγαμμα τοῦ φροντιστηρίου κι ἀπό τό φροντιστήριο στό σπίτι γιά τή συνέχεια. Ξεκόψαμε τή γνώση ἀπό τή ζωή, τόν ἔρωτα, τήν ὀμορφιά. Τά πάντα κινοῦνται στά πλαίσια τοῦ κατεστημένου καί τῆς μετριότητας. Μέτρια μαθαίνουμε, μέτρια ὀνειρευόμαστε, μέτρια ἀγαπᾶμε… «Εἶμαι μετρίως μέτριος καί πάντα μετρημένος» λέει ὁ τραγουδιστής. «Μέτρια κι ὅλα μέτρια καί μέτρια παντοῦ. Κι οἱ ἀγάπες μου κι οἱ πόθοι μου κι ὅ,τι ἡ καρδιά μου ἀνειώνει, κι ἡ φαντασία τῆς ψυχῆς καί τό εἴδωλο τοῦ νοῦ με σφίγγουν  ὅλα μέτρια, τό μέτριο μέ παγώνει», θά γράψει ὁ νομπελίστας μας Γιῶργος Σεφέρης. Μᾶς παγώνει τό μέτριο, τό χλιαρό, αὐτό πού οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν ἀνεχεται καί θά ἐμέσει. Χάθηκε ἡ μεταφυσική προέκταση τῶν πραγμάτων κι ὅλα ἀφέθηκαν στό ἐπικαιρικό καί στήν τυχαιότητα. Γι’ αὐτό καί ἡ ἔλλειψη σεβασμοῦ, ἡ δυσπιστία ἀπέναντι στόν θεσμό τῆς Παιδείας. Κι ἄν κάποτε οἱ νέοι ἔμοιαζαν μέ μπουμπούκια ἕτοιμα ν’ ἀνθίσουν, σήμερα μοιάζουν μαραμένοι μηδενιστές καί ὅλοι ὅσοι συμμετέχουν σ’ αὐτόν τόν τρελό ἀγῶνα δρόμου μέ «καματερά ἀνθρωπόμορφα σπρωγμένα ἀπ’ τή βουκέντρα», ὅπως θα’ λεγε κι ὁ μεγάλος Κωστῆς Παλαμᾶς.

Ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, ἔχουμε κάνει λάθος στή συνταγή τῆς εὐημερίας. Μήπως ἀντί νά προσθέτουμε καταναλωτικά πρότυπα καί νά ἐξαγοράζουμε τήν ἀγάπη τῶν παιδιῶν μας μέ συνεχεῖς παροχές γιά νά ξεφύγουμε ἀπό τίς ἐνοχές μας, θά εἴχαμε ὠφεληθεῖ ἐάν ἀλλάζαμε τά πρότυπα καί ἐπανατοποθετούσαμε ὁλόκληρο τόν βίο μας πάνω σέ πνευματικότερη βάση; Γιατί «ἄν ὁ ἀγώνας γιά τό ψωμί μου εἶναι ζήτημα ὑλικό, ὁ ἀγώνας γιά τό ψωμί τοῦ διπλανοῦ μου εἶναι ζήτημα πνευματικό».Πόσες ἄραγε ἐργατοῶρες θα ἔπρεπε νά ἔχουμε καταναλώσει γιά νά ἀξιοποιήσουμε στοιχεῖα τῆς πνευματικῆς κληρονομιᾶς πού μᾶς δόθηκε ἁπλόχερα; Θά’ρθει σίγουρα ἡ στιγμή, ἄν δεν ἦρθε κιόλας, πού θά ἀναλογιστοῦμε τά λόγια τοῦ ποιητῆ: «Λυπᾶμαι γιατί ἄφησα νά περάσει ἕνα πλατύ ποτάμι μέσα άπό τά δάχτυλά μου, χωρίς νά πιῶ οὔτε μιά στάλα».Αὐτή τήν πνευματική δίψα θά εἴχαμε ἀποφύγει ἄν τά εἴχαμε κατακτήσει ἤδη μέ ὁποιονδήποτε τρόπο, καί κυρίως μέσω τῆς Παιδείας. Καί τότε δέν θά μποροῦσε κανείς νά μᾶς τά πάρει. Καμιά τράπεζα, κανένα χρηματιστήριο, καμιά κρίση.
Ἡ  Ἀρετή τήν ὁποία διδάσκονται στήν Τρίτη Λυκείου τά παιδιά μας στά περίφημα ἔργα Πρωταγόρας τοῦ Πλάτωνα καί  Ἠθικά Νικομάχεια τοῦ Ἀριστοτέλη, ὑποστηρίζεται ὅτι εἶναι ἕξις καί ὅτι ὡς τέτοια πρέπει νά ἐθίζονται σ’αὐτήν οἱ ἄνθρωποι ἀπό μικρή ἡλικία (εὐθύς ἐκ νέων), ἀλλά φαίνεται ὅτι κι αὐτό ὡς ἐξεταστέα ὕλη τῶν Πανελληνίων τοποθετήθηκε στή χώρα τῆς χρησιμοθηρίας καί μόνο, ἀποστηθίζεται πρός στιγμήν γιά τίς ἐξετάσεις καί μετά πηγαίνει κατευθεῖαν στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων, οὔτε κἄν στό καλάθι τῆς ἀνακύκλωσης.

Ὅμως  ὁ στόχος τῆς Παιδείας πρέπει νά εἶναι «ἡ κατά κεφαλήν καλλιέργεια καί ὄχι τό κατά κεφαλήν εἰσόδημα» ὅπως  εἶχε πεῖ κάποτε  ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, «ἡ διά βίου χαρά κι ὄχι ἡ διά βίου ἀμάθεια» ἐπιμένουμε, ἡ ἀγάπη γιά τό πρόσωπο κι ὄχι ἡ ὅποια πολιτική καί οἰκονομική  ἀναγκαιότητα. Γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι πιό γλυκειά κι ἀπ’ τή ζωή ὅπως εἶπε κι ἕνας σύγχρονος  Ἅγιός μας. Τί νά τήν κάνουμε τή ζωή χωρίς ἀγάπη; Μά καί χωρίς ἀγάπη, πῶς θά φτιάζουμε Παιδεία ζωῆς;. «Καμιά δέ θ’ἀγγίξετε καρδιά, ἄν ὁ λόγος δέ βγαίνει ἀπ’ την καρδιά σας» λέει ὁ Γκαῖτε. Ἀλλιῶς καί ἡ ζωή και ἡ Παιδεία θα εἶναι σκέτος παιδεμός.
Ἡ Παιδεία, πού προτείνουν οἱ τρεῖς Ἱεράρχες μας,  ἀπελευθερώνει τόν ἄνθρωπο. Δέν  τόν έξαναγκάζει, δέν  τόν κάνει δυστυχισμένο καί καταθλιπτικό. Σέβεται το πρόσωπό του. Κάτι πού δέν τό κάνει καμιά οἰκονομική θεωρία, καμιά ἰδεολογία.
Ἡ ἁπλότητα καί τό ἀσκητικό πνεῦμα τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσής μας πολλά μποροῦν νά διδάξουν τόν σύγχρονο κόσμο. Ἡ κρίση μπορεῖ νά ξεπεραστεῖ ἄν δείξουμε πνεῦμα μετανοίας, δηλαδή ἀλλάξουμε σκέψη καί συμπεριφορά, ὥστε νά φτιάξουμε σχολεῖα μέ πνευματικά «προσανάμματα» τούς κλασικούς καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά μήν ἀφήσουμε τά παιδιά μας ἀνυπεράσπιστα μέσα στη δίνη τοῦ μεταμοντέρνου μηδενισμοῦ.

Σᾶς εὐχαριστῶ.

Βάννα Γ. Πασούλη
Φιλόλογος,
Διευθύντρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Γυμνασίου Ντύσσελντορφ.


ΠΗΓΕΣ:

1. Βασιλείου Χαρώνη: «Παιδαγωγική Ἀνθρωπολογία  Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου», Ἀθήνα, 1993.
2. Π. Χρήστου: «Ὁ Μέγας Βασίλειος, Βίος και πολιτεία,Συγγράμματα,Θεολογικήσκέψις»Θεσ/νίκη  
1978.
3.  Π.Πάσχου: «Ἔρως Ὀρθοδοξίας», Ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα,1979.
4.  Ἠλίας Μουτσούλας, Διορθόδοξο Θεολογικό Συνέδριο,Ἀθήνα 1979.
5.   Γ. Χρυσάφης, «Οὐρανοβάμονες, ἐπίγειοι ἄγγελοι», Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν.
6.   Φώτη Κόντογλου: «Εὐλογημένο Καταφύγιο», Ἀκρίτας, Ἀθήνα,1985.
7.   Περιοδικό Εὐθύνη,2009.

"